04 December 2014

Ή με τη Ζωή, ή με την Εξουσία



Εσάς που ταλαντεύεστε με ολοένα και πιο όμοιες κινήσεις μες τα θνητά κελιά σας, δεν σας λυπάμαι πια.

Εσάς που κλείνετε τις θύρες τους, για σας, ερμητικά, που στήνετε τ' ατσαλένια κάγκελά τους ορθολογικά, κι ολοένα πιο πυκνά, σε σειρά, όλο και πιο κανονικά κι ανάλογα με φθίνοντα μυαλά, δεν σας λυπάμαι πια.

Εσάς που τους αποδιώχνετε κάθε φορά που σας γνέφουν προς σημεία φωτεινά μες στα ατέρμονα σκοτάδια, που τους μειώνετε αυτάρεσκα όταν σας δείχνουν πιο πολλά, που τους ζητάτε ακόμα μέσα στη γελοιότητά σας να σας δείξουν έναν δρόμο, έναν τρόπο κι ένα νόημα για την άπειρή σας ύπαρξη και τις άπειρες πιθανές ακολουθίες των γεγονότων του χρόνου της, δεν σας λυπάμαι πια.

Εκείνους τους άλλους λυπάμαι, που εξευτελίζετε με την βλακεία σας συχνά, που απαξιώνετε μέσα στην ηλιθιότητά σας μαζοχιστικά, που σκοτώνετε με τη δειλία σας καθημερινά. Εκείνους λυπάμαι τώρα πια.

Εκείνους που δεν χωρούν στον ανεξέταστό σας βίο, όπου ακρωτηριάζετε τις έννοιες και ξεφορτώνεστε τα ονόματά τους σαν έρχονται να σας υπενθυμίσουν ότι ποτέ δεν αρκεί να μοιάζεις με άνθρωπο για να βιώσεις την υπόσταση, τη φύση, την αξιοπρέπεια ενός πραγματικά συνειδητοποιημένου όντος που τείνει με όλο του το είναι προς την ελευθερία που ορίζει και διαισθάνεται, που πέρα και πάνω από κάθε είδους εξουσιαστές γίνεται αέναα το μέτρο και το νόημα όλων, μέσα σ' ένα σύμπαν που γίνεται μάταιο για όσους και όσες, όπως εσείς, τείνουν να εμμένουν σ' έναν δρόμο, έναν τρόπο κι ένα νόημα, θάβοντας μέσα στη ματαιοδοξία τους όλες τις άλλες τους ατραπούς προς το μέλλον. Για εκείνους λυπάμαι πλέον, δίπλα σ' εκείνους στέκομαι.

Για εκείνους κλαίω, και για μένα, και κάθε έναν, καθε μία σαν κι εμένα, που δεν συνυπάρχουμε μ' εκείνους αλλά με σας, τους μικρότερους, λιγότερους, ευτελέστερους εαυτούς σας.

Και αν είμαστε η ύλη που απέκτησε συνείδηση του εαυτού και του κόσμου της, όταν η διαδρομή της που ονομάζουμε ζωή τελειώνει και έρχεται η ώρα του θανάτου και της αποσύνθεσης, είναι αυτό το κάτι που χάνεται που αξίζει ό,τι αξίζει, αυτό που μόναχα οι ανόητοι, οι κυνικοί, οι δειλοί οι ηλίθιοι και οι βλάκες σπεύδουν να σκοτώσουν πρόωρα, αυτοκτονώντας με την πλέον ουσιαστική σημασία της λέξης.

Από τον κόσμο τέτοιων ανθρώπων, τον τόσο απελπιστικά φτηνό και ψεύτικο, δεν θέλω τίποτα. "Στάχτη" θα γίνει κάποτε, του είναι "γραφτός ο δρόμος της συντριβής" και όλοι εσείς αυτού του κόσμου συντηρείτε μάταια βλακώδεις αυταπάτες.

Σε χρόνο άγνωστο θα συντριβεί, θα συνθλιβεί εκεί που δεν θα χωρέσει, θα υπάρχει πλέον μόνο σαν ένα κεφάλαιο της Ιστορίας του ανθρώπινου είδους, αυτό με το αστείο που η συντριπτική -κυριολεκτικά- πλειονότητα δεν έχει ακόμα καταλάβει, θα ξεμείνει στο παρελθόν όταν νέα μάτια και αυτιά, ζωντανές καρδιές και ατίθασα μυαλά, θα στραφούν ξανά προς ένα άγνωστο, άγραφο μέλλον, αναζητώντας ειλικρινά τρόπους και δρόμους προς έναν κόσμο πιο αληθινό από αυτόν που τους φορτώσανε.

Αυτόν που αυθαιρετώντας μια φορά τα γέννησε, και μέσα στην πλέον καταστροφική υπερβολή, μέσα στην μεγαλύτερη ύβρη που μπορώ να ορίσω, αυθαιρετεί και δεύτερη φορά εξουσιάζοντάς τα μέσα στις τόσο αυταρχικές και απολυταρχικές, όσο και δειλές και βλακώδεις κοινωνίες του. Αυτές τις κατάφωρα άδικες κοινωνίες, με την τόσο στρεβλή και ελλιπή συνείδηση της πρώτης αυθαιρεσίας που αναπόφευκτα θα βαραίνει πάντα την ύπαρξη κάθε αυτοβούλως αναπαραγόμενου όντος.

Τις κοινωνίες αυτές που έρχονται πότε με θεϊκές εντολές, πότε με αυθαίρετα, ανυπόστατα κοινωνικά συμβόλαια ανάμεσα σε γεννημένους και αγέννητους και πάντα με ωμή βία όταν οι δεύτεροι τα αψηφήσουν, να τα υποχρεώσουν να ζήσουν με τους δικούς τους τρόπους, ήθη και νόμους.

Αυτές που, αδίστακτα εκεί που γίνεται συνειδητά, ανόητα εκεί που γίνεται ασυνείδητα, και σε κάθε περίπτωση βλακωδώς, τα υποχρεώνουν να πληρώσουν με τη ζωή τους - αυτή που τους δίνουν μέσα στην ανοησία, τη βλακεία και τη γελοιότητά τους ως χρέος και όχι ως δώρο- τις επιταγές των φαύλων κύκλων της δεύτερης αυθαιρεσίας τους, της Εξουσίας, οι οποίες τα θέλουν να μπουσουλάνε σαν βρέφη μέσα στην ανωριμότητα του "πολιτισμού" τους, να σέρνονται προς τέρψη του "μεγαλείου" τους, που εξακολουθούν να το μετράνε με τα δικά τους αυθαίρετα μέτρα -αδυνατώντας να τα αναγνωρίσουν ως τέτοια-, πότε σε κέρματα, πότε σε καθαρή ισχύ και πάντα μέσω της αντίθεσης μέσα σε κλίμακες και ιεραρχίες, που τα θέλουν να εμμένουν, ακόμα και ως συνειδητά βλάκες αν χρειαστεί, σε όλα όσα τους συντηρούν, τους τρέφουν και τους αναπαράγουν, που τα θέλουν να ξοδεύουν την μόνη ουσιαστικά περιουσία τους, τον χρόνο τους, αναπαράγοντας την εκάστοτε κανονικότητά μέσα στην οποία αναλώνονται.

Το ύστατο ερώτημα στο οποίο θα επιστρέφει ατέρμονα κάθε ον με συνείδηση της ύπαρξής του θα παραμένει ίδιο για όσους και όσες ξυπνάνε από τον εκάστοτε λήθαργό τους. Ύπαρξη ή ανυπαρξία - ύπαρξη ή αυτοκτονία. Ενώπιον αυτού θα βρίσκεται κάθε άνθρωπος, αυτή είναι η πραγματικότητα. Για όσο η απάντηση θα είναι "ύπαρξη", το ερώτημα του τρόπου με τον οποίο θα υπάρξει κανείς, των δρόμων που θα ακολουθήσει και των νοημάτων που θα της προσδώσει θα παραμένει ανοιχτό, και θα είναι πάντα οι εκάστοτε επίδοξοι εξουσιαστές που θα παρουσιάζονται με απόλυτες απαντήσεις, με δόγματα και ολοκληρωτισμούς, με ψεύδη και βία εκεί που αυτά αναπόφευκτα θα καταρρέουν.

Η συνέχιση της ζωής εκ των πραγμάτων απαιτεί να απαντήσουμε στο πρώτο ερώτημα αυθαίρετα για λογαριασμό αγέννητων ανθρώπων, να γίνουμε υπαίτιοι για την ύπαρξή τους. Ο βαθμός της υπευθυνότητας για τη ζωή τους και ό,τι αυτή φέρει, θα παραμένει ο σημαντικότερος, κατά τη γνώμη μου, δείκτης της αξίας τόσο του ατόμου όσο και της κοινωνίας του, σε μία σχέση άρρηκτη. Η όποια ευθύνη δεν μπορεί να ανατεθεί χωρίς να αρχίσουμε να ρέπουμε προς την απανθρωπιά, τη βλακεία και τη γελοιότητα.

Η Εξουσία θα είναι πάντα η δεύτερη αυθαιρεσία. Ο πόλεμος ενάντια σε κάθε μορφή της και η αέναη, διαρκής αναχαίτιση της τάσης προς αυτήν, από όπου και αν προέρχεται, είναι, και θα παραμένει για όσο υπάρχουν άνθρωποι, το ελάχιστο χρέος προς τις επόμενες γενιές, κάθε ενός και κάθε μίας που φέρνει στον κόσμο Ζωή αυτοβούλως, ως ον με συνείδηση του εαυτού του και των ενεργειών του, για την πρώτη αυθαιρεσία που Αυτή προϋποθέτει.

Βάσει αυτής της συνειδητοποίησης, θεωρώ πως η Εξουσία που έρχεται με τα εργαλεία της να επιβάλλει τον τρόπο και τον σκοπό με τον οποίο θα ζήσει ο άνθρωπος, και το κάθε ον, αποτελεί την υπέρτατη υπερβολή, την ύψιστη ύβρη απέναντι στη Ζωή, αυτή που χωρίς ελευθερία, αγάπη, υπευθυνότητα, δικαιοσύνη, ειλικρίνεια, αλληλεγγύη, συναίνεση και κάθε άλλη αντίρροπη, στον όποιο βαθμό, προς τον εξουσιασμό τάση, θα ρέπει αναπόφευκτα προς την απαξίωση, την αυτοματοποίηση και την απονοηματοδότηση, θα υποβαθμίζεται τελικά σε επιβίωση μέσα σε κόσμους και κοινωνίες σαν κι αυτήν που έφερε στο σήμερα η σύντομη ιστορία του ανθρώπινου είδους.

Ως κοινωνικά όντα θα ερχόμαστε διαρκώς αντιμέτωποι με την έννοια, τον επιτρεπτό σε αυτό το σύμπαν τρόπο που ονομάζουμε Εξουσία, και αυτή προϋποθέτει πάντα τόσο εξουσιαστές, όσο και εξουσιαζόμενους. Θα παρουσιάζεται σε όλους μας διαρκώς δίπλα σε αυτήν της δειλίας και του φόβου, της ματαιότητας και της απαξίωσης, μέσα στον κυνισμό και την ανοησία ενός βίου ανεξέταστου που θα σπέρνει και θα θερίζει βλακεία, θα τείνει να γίνεται γελοίος μέχρι να μην υπάρχει κανείς να αναγνωρίσει την γελοιότητα, με εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους εγκλωβισμένους σε μία σπείρα εσωστρεφή, με τους πρώτους να τείνουν να καταστήσουν τους δεύτερους ολοένα και ευκολότερα χειραγωγίσιμους και ελεγχόμενους και τους τελευταίους να καθίστανται ολοένα και ευκολότερα θύματα των πρώτων, από τους οποίους θα απαιτείται όλο και μικρότερη προσπάθεια για να επιβληθούν, και την κοινωνία σαν σύνολο να φθίνει μαζί τους, να συρρικνώνεται σε αξία ανάλογα με την προσπάθειά τους. Όπως το φίδι που τρέφεται με την ουρά του.

Ο Νίκος Ρωμανός, για την πορεία της ζωής του οποίου είναι υπαίτια, υπόλογη και κάθε άλλο παρά υπεύθυνη ακόμα αυτή η κοινωνία, αυτός ο κόσμος, και η Εξουσία που ενεργά ή παθητικά συντηρεί και αναπαράγει, εξαναγκάστηκε από το Κράτος και τη Βία του, για μερικές ανάσες ελευθερίας, για μερικές ώρες ανάμεσα σε ανθρώπους - ανθρώπους της ηλικίας του, για μερικές στιγμές εκτός του τάφου υψίστης ασφαλείας που έρχεται σύντομα για αυτόν και κάθε άνθρωπο που σαν κι αυτόν δεν δέχεται απλά να επιβιώσει, να αποφασίσει πάνω σε ένα δίλημμα που αφορά την ίδια την αξία της ανθρώπινης συνείδησης, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ανθρώπινης ζωής.

Για να υποχωρήσει έπρεπε να σκοτώσει τη συνείδησή του, την ακεραιότητά της και την αξιοπρέπεια που πηγάζει από αυτήν, το ίδιο το νόημα με το οποίο επέλεξε να προσδώσει αξία στη ζωή του, τον ίδιο του τον εαυτό. Ο Νίκος Ρωμανός αποφάσισε να μην αυτοκτονήσει πρόωρα, αποφάσισε να πεθάνει.

Την επιβίωση την στέλνει, μαζί με τους θιασώτες της, στα τσακίδια. Και αν πλέον η έμπρακτη εναντίωση στη διπλή αυτή αυθαιρεσία και τις καταστροφικές της συνέπειες είναι ο αγώνας και το πρόταγμα μόνο των αναρχικών, έχω επίγνωση πως αν δεν συνταχθώ ολόψυχα μαζί τους στο σήμερα και το ατελείωτο τώρα, εναντιώνομαι στον μεγαλύτερο εαυτό μου που όρισα και στις γενιές που πιστεύω, που θέλω να εξακολουθώ να πιστεύω ότι θα έρθουν, όπως ο Νίκος, να στείλουν αυτόν τον κόσμο στα τσακίδια.

Ή με τη Ζωή, ή με την Εξουσία, ατέρμονη προσπάθεια για την Αναρχία.



"Είναι κι αυτή που συναντάται ως συγκρατούμενη συχνά,
και πιο συχνά μες τα κελιά που πιο ελεύθερα μακριά της δημιουργούνται.
Σ’ εκείνα που για να μας χωρέσουν και τους δυο στενάζουν ακατάπαυστα μαζί μας,
πιο έντονα το πάθος μας, τον ανεκπλήρωτο έρωτά μας βιώνουμε.

Είναι εκείνη που παραμένει πάντα εκεί, πάντα δίπλα μας,
πιστά απόμακρη, και άπιαστη και ψεύτρα.
Και πάντα πιο δική μας, όσο στη ματιά της αναζητούμε ειλικρινώς το αληθινό, το πιο αληθινό,
όσο βυθιζόμαστε, τυφλοί, στο έρεβος του εκτυφλωτικά άπειρου βλέμματός της.

Είναι κι εκείνη που συναντάται ως συγκρατούμενη συχνά,
και πιο συχνά μες τα κελιά που πιο ελεύθερα κοντά της δημιουργούμε.
Σ' αυτά που για να μας χωρέσουν και τους δυο όλο διαστέλλονται,
πιο έντονα το πάθος μας, τον αμοιβαίο έρωτά μας, βιώνουμε.

Είναι εκείνη, αυτή που φεύγει κι επιστρέφει,
σ’ εκείνα τα κελιά που όσο κι αν μεγαλώσουμε, μεγαλύτερα θα παραμένουν,
σ’ αυτά που μέσα τους μικρότεροι, ατέρμονα θα προσπερνάμε μεγαλύτερους εαυτούς,
εκείνους που θα 'ρχονται να μας ξανακάνουν νέους, να μας προσδώσουν πάθος μεγαλύτερο
εκείνων.

Είναι εκείνη που φέρεις όταν αναζητάς έναν άλλο τρόπο για να υπάρξεις,
αυτή που βιώνεις βιώνοντάς τον, εκείνη που χάνεις για όσο εμμένεις σ' αυτόν.
Θα είναι πάντα εκείνη, αυτή που ακόμα θα μπορούμε να ερωτευόμαστε.
Εκείνη, η παντοτινή άλλη - αυτή, η αέναα ιδιάζουσα.

Η άνευ αρχής, η άνευ τέλους.
Η ωραιότερη όλων."

στο Νίκο, τον ωραίο.