19 July 2014

Οι απόλυτοι τρομοκράτες και η τρομοκρατία του απόλυτου

 Ποιός είναι αυτός ο «μέσος καθημερινός άνθρωπος», τον τρόμο του οποίου επικαλούνται οι πολέμιοι των "τρομοκρατών" του; Ποιός είναι εκείνος ο «μέσος καθημερινός άνθρωπος» που τρομοκρατεί τους "τρομοκράτες" του; Ποιός είναι ο κόσμος που τον γεννά, ποιό είναι το φαντασιακό που τον δημιουργεί, ποιά είναι η κοινωνία που μέσα της αναπαράγεται;

 Το απαξιωτικό για την ανθρώπινη ζωή, και κάθε συνειδητή ύπαρξη, ιδεολόγημα του "μέσου καθημερινού ανθρώπου" συντηρείται μέσα από την ιδέα του ακατάληπτου, και ως τέτοιο ανεπίτευκτου, απόλυτου -κάποιου "Αγαθού" κατά κάποιους σοφούς προγόνους του είδους, κάποιου καθ’ εικόνα και ομοίωσή μας υπέρτατου όντος κατά άλλους- βάσει του οποίου, ή της βούλησης αυτού, ορίζονται το ζενίθ και το ναδίρ, το ιδεώδες και το ποταπό, το άξιο και το ανάξιο, το καλό και το κακό, το do και το don't.

 Και διορίζονται αυτές οι συμπληγάδες, αυτές οι ανθρώπινες παρωπίδες, αυτοί οι θεσμοί της εκάστοτε κανονικότητας, δήμιοι κάθε συνείδησης που μπορεί -που θέλει να γίνεται και να παραμένει το υποκείμενο που μπορεί- να διευρύνει τον κύκλο της στη διαδρομή της κάπου ανάμεσα στην ιδεατή και την υλική πλευρά της εκάστοτε πραγματικότητας. Κάθε συνείδησης που δεν της αρκεί τίποτα λιγότερο από τον διαρκή, ανεκπλήρωτο έρωτα των αέναα ανοιχτών ερωτημάτων, του πάθους των προσωρινών απαντήσεων που ως τέτοιες σε ξαναβγάζουν στο δρόμο της αναζήτησης και της πραγμάτωσης του πιθανού. Κάθε συνείδησης που αποφεύγει με κάθε τρόπο και μέσο να γίνει αυτή που θα μπορεί να υπάρχει χωρίς να εξελίσσεται, χωρίς να διευρύνεται, χωρίς να αγαπά το δυσκολότερο, το διαφορετικό, χωρίς να προσπαθεί ακατάπαυστα να ταλαντεύεται και να ισορροπεί μέσα στο άπειρο τώρα και εδώ, αναζητώντας το μέλλον ως άρρητο μέσα σε ένα σύμπαν που δεν προβλέπει τίποτα για τα όντα που αποκτούν συνείδηση.

 Είναι πρωτίστως δειλοί, εκείνοι που συντηρούν τους εαυτούς τους ως εχθρούς κάθε συνείδησης που αναγνωρίζει μέσα της μια σπείρα, που την προτιμά διευρυνόμενη, που την συντηρεί ως τέτοια όσο μπορεί και όσο θέλει για να εμπλουτίσει τη ζωή της -το χρονικό διάστημα που η ύλη αποκτά συνείδηση- και τη ζωή όλων εκείνων των συνειδήσεων με τις οποίες συνυπάρχει, διαρρηγνύοντας ατέρμονα τους φαύλους κύκλους που φέρουν όσοι προτιμούν την ασφάλεια και την ησυχία των εμμονών τους.

 Εκείνων που καταλήγουν να αναγάγουν τη δειλία σε ύψιστη αξία, στο τρομερότερο βίτσιο όλων, που θέλουν να τους εξουσιάζει σε βαθμό εκθετικό, αναζητώντας μάταια κορύφωση μέσα σε τάσεις αφαιρετικά κι αφηρημένα ολοκληρωτικές, και αναπόφευκτα ανολοκλήρωτους ολοκληρωτισμούς. Αυτήν που επιτάσσει γι' αυτούς την προβλεψιμότητα ενός ολοένα και πιο περιορισμένου και περιοριστικού φαντασιακού, όπως αυτά που συντηρεί η ιδεοληψία του ακατάληπτου απόλυτου, της απόλυτης ''Αλήθειας'' λιγότερων και λιγότερων υποκειμένων, που υπάρχουν λιγότερο και λιγότερο ως τέτοια και ολοένα και περισσότερο ως αντικείμενα του εκάστοτε φαντασιακού τους, του ίδιου τους του ειδώλου. Αντικείμενα του εν δυνάμει "Απόλυτου Εγώ" τους που νοηματοδοτεί την ύπαρξη τους μέσα από την ιδεοληψία της πιθανής ''απόλυτης'' αυτοπραγμάτωσης, μέσα στην οποία καθορίζονται δια της αντίθεσης, βάσει πάντα αυθαίρετων και περιορισμένων κριτηρίων, και όχι από τον ατέρμονο επανακαθορισμό τους μέσα από τάσεις αυτοκαθορισμού και αυτονόμησης προς μια αυτοπραγμάτωση ουσιαστική καθότι ανεπίτευκτη και έναν ανάλογο βίο.

 Έτσι προκύπτει και ο εγκλεισμός τους σε ένα φαίνεσθαι, στο οποίο τους καθηλώνει η κανονικότητα –το εκάστοτε τακτοποιημένο μπάχαλο- που δημιουργούν για να καλύψουν τη γύμνια της ύπαρξής τους. Εκεί που αρχίζουν να συντηρούν για τον εαυτό τους την ιδέα της φυσικής δύναμης, αυτής που ''αναπαράγεται'' και αναπαράγεται με κεκτημένη ταχύτητα, μέσα σε μια αιτιοκρατική αντίληψη όχι απλά μη υπολογίσιμων, αλλά μη μετρήσιμων πραγμάτων. Εκεί που το φαντασιακό καθίσταται ολοένα και πιο απίθανο να εκφράσει την πραγματικότητα, μεταβάλλοντας την μορφή της στο επίπεδο που το επιθυμεί το εκάστοτε υποκείμενό του, στο βαθμό που το έχει ανάγκη για να αυτοπραγματώνεται. Και χάνουν τον χρόνο που θα δημιουργούσαν αποδομώντας το, για να αναρωτηθούν και να αναρωτιώνται τί υπάρχει και τί λείπει, αυτοπραγματωνόμενοι διαρκώς ως το μέτρο όλων, εκείνο που δεν μπορεί παρά να συνειδητοποιήσει αναπόφευκτα πως δεν μπορεί να γίνει το μοναδικό μέτρο όλων -ο ''μικρός θεός'' που μπορεί να εκφράσει όλους τους υπόλοιπους-, πως ταυτόχρονα δεν μπορεί παρά να προσπαθεί προς αυτό για να εξελιχθεί ως κοινωνικό υποκείμενο, εξελίσσοντας και το σύνολο.

 "Αποκλείστε από τη ζωή σας ανθρώπους σαν τον Νίκο Μαζιώτη", ουρλιάζουν εκβιαστικά οι δειλοί και οι φοβισμένοι, καταδικάζοντας πλέον αρχές, ιδέες και πολιτικά φρονήματα και προτάγματα στο πρόσωπο αυτού και αμέτρητων άλλων. Καταδικάζοντας τις παραλλαγές του εαυτού τους που καθίστανται σταδιακά και οι μόνες που μπορούν να τους σώσουν από την βλακεία των εμμονών τους. "Το αυθαίρετο είναι δικό μας'', κραυγάζουν, ''το δημιουργήσαμε με πόνο, αίμα και ιδρώτα -πότε δικό μας, πότε άλλων-, με χρόνο. Το κανονικοποιήσαμε και έγινε πια το φαίνεσθαι κυρίαρχο κομμάτι του είναι μας. Και γίναμε το Κράτος και η Βία, η Κυριολεξία και η κυρίαρχη Αφήγηση και Ιδεολογία, η Εξουσία."

 Είναι πρώτοι οι δειλοί που σπεύδουν να γίνουν τα υποκείμενα του φαντασιακού του ακατάληπτου, ανεκπλήρωτου απόλυτου, το οποίο ρέπει αναπόφευκτα προς την αποσύνθεση και την κατάρρευσή του, εκεί που τα υποκείμενά του, αυτά που το δημιουργούν, τείνουν να γίνονται ολοένα και περισσότερο αντικείμενά του, και έτσι όλο και πιο όμοια, και πιο φτωχά, και σε σχέση με το πιθανό, που μαζί τους απειρίζει, λίγα μέσα στην άγνοιά τους που διογκώνεται- την πάντα υπαρκτή που δεν δέχεται κεφαλαίο από κανέναν. Αυτά που καταλήγουν λιγότερα τελικά ακόμα και από εκείνα που αρχικά ήταν όταν δημιούργησαν το φαντασιακό αυτό που συνεχίζει να τα στρεβλώνει και να τα μειώνει καθώς αναπαράγεται, καταναλώνοντας την θέλησή τους με αυξανόμενο ρυθμό.

 Και μαζί του δημιουργούνται και αναπαράγονται οι εξουσιαστικές σχέσεις κάθε μορφής και προέλευσης, συντηρούνται οι κατεστημένοι πυλώνες ισχύος, οι σαδομαζοχιστικής φύσης ιεραρχίες, οι εκάστοτε "αντικειμενικές" κλίμακες αξιολόγησης άπειρων, άρρητων όντων και οι πάντα αυθαίρετες διαδρομές και κατευθύνσεις της εκάστοτε ορθολογικής σκέψης.

 Το όποιο βάρος της αντινομίας και της αντίφασης που φέρει όποιος επιλέγει ως μέσο τη βία, όταν ως σκοπό χρήσης της ορίζει την εξόντωση της Εξουσίας, του Κράτους και της Βίας τους, θα εξακολουθεί να το φέρει για όσο θα θέλει να υπάρχει ως το υποκείμενο που δεν εξουσιάζεται από την υποκρισία, η οποία εκ των πραγμάτων θα τον απομακρύνει από την ουτοπία του, αυτή της ειλικρίνειας, της αλληλεγγύης και της ελευθερίας, της θεώρησης της ζωής ως ύπαρξη συνείδησης που μπορεί να τείνει προς την αυτονομία και τον αυτοκαθορισμό, που δύναται να αυτοκυβερνηθεί δημιουργώντας υπεύθυνα τον χώρο και τον χρόνο τους, και της νοηματοδότησής της ως τέτοιας.

 Οι εχθροί του Νίκου Μαζιώτη, και κάθε ενός που αγωνίζεται ενάντια στο πάντα βλακώδες εκάστοτε κατεστημένο, είναι πρώτα οι ίδιοι που εξουσιάζουν με κάθε τρόπο, βασίζοντας την ισχύ τους στις ιεραρχίες που συντηρεί το ιδεολόγημα του ακατάληπτου απόλυτου, βάσει του οποίου κάποιοι ξέρουν ''καλύτερα'', έχοντας πλησιάσει περισσότερο την απόλυτη, ακατάληπτη ''Αλήθεια''. Είναι οι ίδιοι που φτάνουν μέχρι και να σταματήσουν να αναρωτιούνται αν είναι βλάκες, πιστεύοντας, σχεδόν τελείως ανεξέταστα πλέον, πως μέσα στο φαντασιακό τους, αυτό που βρίσκεται εγγύτερα του απόλυτου, βρήκαν το εμβόλιο κατά της βλακείας. Έίναι αυτοί που αρχίζουν να αναλώνονται στον φορμαλισμό, στον τρόπο για να επιβάλλουν την όποια θέλησή τους, χάνοντας έτσι σταδιακά την ικανότητα να αποφεύγουν τους ακρωτηριασμούς της δυναμικής της ύπαρξής τους μέσα σε δογματισμούς και ολοκληρωτισμούς, τη δυνατότητα να την επανεξετάζουν διαρκώς. Είναι αυτοί που έτσι γίνονται περισσότερο βλάκες από τους υπόλοιπους με την πάροδο του χρόνου. Τα υποκείμενα που αυτοκτονούν εν αγνοία τους, σαν έντομα που προσελκύονται και εγκλωβίζονται από την εκάστοτε πηγή ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας...

 Δειλοί και υποκριτές είναι κι εκείνοι, και στο βαθμό που δεν το συνειδητοποιούν είναι και βλάκες, που σπεύδουν να καταδικάσουν αγωνιστές σαν τον Νίκο Μαζιώτη, συντασσόμενοι δόλια με την κυρίαρχη αφήγηση που διατείνεται πως καταδικάζει τη βία ''αδιακρίτως'', παραμένοντας ταυτοχρόνως φορείς της σε ανυπολόγιστα μεγαλύτερο βαθμό από εκείνους. Αγωνιστές σαν τον Μαζιώτη οι οποίοι στο τέλος της μέρας προσπαθούν να προστατεύσουν τους εαυτούς τους και τις κοινωνίες τους -μέσα σε μια θεώρηση της σχέσης αυτής ως άρρηκτης- από τις συνέπειες της ύπαρξης όσων χάνουν τον εαυτό τους, όσων εξακολουθούν να αναλώνονται μέσα στην αυθαίρετη κανονικότητα που τους κληρονόμησαν ως δύσβατο δρόμο προς το απόλυτο και τα ιδανικά του, και επακόλουθα τα εν τέλει ανούσια πρέπει του φαίνεσθαι που αυτή προϋποθέτει, και αναπαράγει για να αναπαράγεται.

 Η μετουσίωση του βλακώδους φαντασιακού του απόλυτου, το οποίο παγκοσμιοποιείται σήμερα ταχύτατα και που είναι τέτοιο καθώς βλάπτει και τα υποκείμενά του μετατρέποντάς τα σταδιακά σε αντικείμενά του, είναι έργο που αφορά πλέον το σύνολο των ανθρώπινων κοινωνιών και, όπως και κάθε ανθρώπινο έργο, πρωτίστως όσους φέρουν την ευθύνη της, και μαζί με αυτήν τα βάρη του εκάστοτε τρόπου που θα χρησιμοποιήσουν, με μέτρο τον εαυτό τους και τους άλλους, την κοινωνία τους και όχι κάποια ακατάληπτη απόλυτη σταθερά.

 Η βία που χρησιμοποιεί οποιοσδήποτε θέλει να γκρεμίσει το εκάστοτε πεπερασμένο φαντασιακό, που ρέπει εκ φύσεως προς την ολοκληρωτική εγκόλπωση και κανονικοποίηση της συνειδητής ύπαρξης, και τον κόσμο που εκείνο δημιουργεί και ο οποίος τον ωθεί σε αυτήν, μόνο μέσω της αντινομίας, της αντίφασης, της ανοησίας, της άγνοιας, της υποκρισίας και της βλακείας μπορεί να εξισωθεί με τη βία εκείνων που την χρησιμοποιούν για να συντηρήσουν το φαντασιακό που τους την επιτρέπει, σε κάθε της μορφή, που τους αφήνει να αναλωθούν σε αυτήν -ακρωτηριάζοντας και στρεβλώνοντας τον ίδιο τους τον εαυτό σε τελική ανάλυση- ενάντια σε κάθε άνθρωπο, σε κάθε παραλλαγή και μέτρο της συνείδησής τους που δεν χωρά στον ολοκληρωτισμό της βλακείας τους.

 Μπροστά στον ατελείωτο αγώνα για τη μετουσίωση της κοινωνίας του ακατάληπτου απόλυτου -της κοινωνίας της ανάθεσης της ευθύνης σε εκείνους τους εκάστοτε που ξέρουν, φαίνεται πως ξέρουν ή θα έπρεπε, σύμφωνα με την κυρίαρχη αφήγηση, να ξέρουν ''καλύτερα''-, σε μια κοινωνία με άπειρους ορίζοντες, ολοένα και πιο ελεύθερων, ολοένα και πιο διαφορετικών υποκειμένων, είμαστε όλοι σύντροφοι και συναγωνιστές, και η ευθύνη του καθενός για τους τρόπους και την διαδρομή του είναι πρώτα προσωπική, σε έναν κόσμο όπου τίποτα δεν ''αγιάζει'' τίποτα, τα ανθρώπινα είναι αυθαίρετα και το μέτρο όλων είναι ο άνθρωπος. Το βάρος της ευθύνης τους, όμως, δεν δύναται να μας σταματήσει κανείς από το να το μοιραστούμε ανάλογα με τις δυνατότητες της θέλησής μας. Η κοινωνία που θα μπορεί να καταδικάσει, όχι μόνο χωρίς υποκρισία, αλλά και χωρίς αντίφαση και αντινομία, την ένοπλη δράση ανθρώπων σαν τον Νίκο Μαζιώτη, είναι αυτή για την οποία αγωνίζονται αυτοί οι άνθρωποι. Αγωνίζονται για μια κοινωνία μέσα στην οποία δράσεις σαν τις δικές τους θα φαντάζουν εντελώς παράλογες και απρόκλητες, μέσα στην οποία δεν θα υπάρχει λόγος να καταφεύγουν σε τέτοιες δράσεις. Αγωνίζονται για την όποια καταδίκη τους, η οποία είναι τουλάχιστον κωμική, αν όχι γελοία, προερχόμενη από υποκείμενα κοινωνιών που αδυνατούν να συνειδητοποιήσουν την αυθαίρετη υπόσταση της δικαιοσύνης, και το πραγματικό της μεγαλείο ως τέτοιας εκεί που το βασικό πρόταγμά της γίνεται η συναίνεση.

 Σε αυτή τη θεώρηση, την πάντα ελλιπή, όπου το σύμπαν δεν προβλέπει τίποτα για τα όντα που αποκτούν συνείδηση και η ζωή γίνεται εκείνη που πρέπει να νοηματοδοτεί τον εαυτό της για να συνεχίζει να υπάρχει, η κατανόηση και η ανάληψη της ευθύνης που προκύπτει από αυτή, είναι μια από τις βασικότερες προϋποθέσεις για την ουσιαστική χειραφέτηση και απελευθέρωση των ανθρώπων από κάθε είδους και προέλευσης εξουσιαστές και πεπερασμένα φαντασιακά. Η ευθύνη τέτοιας ζωής - τέτοιων κοινωνιών και τέτοιων υποκειμένων - απειρίζει, και βαραίνει αποκλειστικά όλους όσους θέλουν να τη ζουν, να την εξελίσουν και να την αναπαράγουν.

 Απέναντι σε αυτήν, την πάντα αυθαίρετα διευρυνόμενη ευθύνη που απειρίζει μέσα στο μέλλον, οι αρχές με τις οποίες διαμορφώνει ο κάθε ένας και η κάθε μία από εμάς το υπαρκτό, οι αρχές από τις οποίες τείνει να προσεγγίζει το πιθανά υπαρκτό που αδιάκοπα απομακρύνεται μεταβαλλόμενο και ατέρμονα διαφοροποιείται εξεταζόμενο, πρέπει και αυτές με τη σειρά τους να επανεξετάζονται και να επανακαθορίζονται ακατάπαυστα προκειμένου να διατηρούμε πιο ελεύθερη, πιο ισχυρή την τάση μας προς τον αυτοκαθορισμό μέσα από την οποία μπορούμε να συνεχίζουμε να εξελισσόμαστε, μακριά από δόγματα και ολοκληρωτισμούς, ταλαντευόμενοι ακατάπαυστα μέσα σε ένα χωροχρονικό συνεχές όπου μέτρο όλων είναι οι συνειδήσεις που το βιώνουν, που προσπαθούν, που θυσιάζονται, που αγωνίζονται και αυτοκαταστρέφονται για να δημιουργήσουν ένα μέλλον αρκετά μεγάλο για να διαρρήξει το εκάστοτε παρόν.


   

11 July 2014

Seek it and seek it...



 Η δημοκρατία είναι ένας ακόμη επιτρεπτός τρόπος διαχείρισης και εξέλιξης της συνύπαρξης και κατ' επέκταση της αναπόφευκτης άμεσης και έμμεσης επιρροής της θέλησης του ατόμου επάνω στα υπόλοιπα άτομα ενός πληθυσμού καθώς και της επιρροής της θέλησης εκείνων επάνω σ’ αυτό μέσα σε έναν κύκλο φαινομενικά άρρηκτο. Τουλάχιστον μέχρι εκεί που φτάνει η δική μου λογική και ο ορισμός που αποδίδω στη λέξη "συνύπαρξη".

 Είναι ένας επιτρεπτός από το σύμπαν τρόπος, καθότι είναι σχετικά απίθανο να προκαλέσει, παραδείγματος χάριν, ανωμαλία στο χωροχρονικό συνεχές -πέραν της όποιας μεταβολής στην υλική και ιδεατή πλευρά της πραγματικότητας-, η τάση προς τον οποίο απειρίζει ως προς τις μορφές που μπορεί να λάβει. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία είναι μία ακόμη μορφή αυτής της τάσης που δημιουργείται κατά την επαφή συνειδήσεων με αυτόν, ενώ επιπλέον προς αυτήν την πιο περιορισμένη μορφή, κανείς δεν τείνει με τον ίδιο τρόπο και κατά την διάρκειά της κανείς δεν υπάρχει με τον ίδιο τρόπο.

 Βάσει την δικής μου, περιορισμένης σε δυνατότητες συνείδησης, η δημοκρατία είναι έννοια και λέξη, δηλαδή αντίληψη και ορισμός αυτού του επιτρεπτού τρόπου, και ως εκ τούτου είναι λογικά, και εικάζω αποδείξιμο και μαθηματικά(το "χοντραίνω" μιας και η λογική και ο ορθός λογισμός έχουν αρχίσει καιρό τώρα να μυρίζουν ολοένα και περισσότερο "μεσαίωνα") αδύνατο να γίνει αντιληπτή, ακόμη και από δύο μόνο διαφορετικά υποκείμενα, με τον ίδιο τρόπο. Πόσο δε μάλλον να συσχετιστεί όμοια -που μεταξύ άλλων προϋποθέτει και στον ίδιο χρόνο(εδώ με καλύπτει η θεωρία, έστω και τραβηγμένα εδώ που φτάσαμε, της σχετικότητας)- με τις υπόλοιπες τάσεις στην διαρκώς μεταβαλλόμενη κατάσταση ενός, ιστορικού μεταξύ άλλων, όντος με διαρκώς μεταβαλλόμενη συνείδηση και δη μέσα σε ένα χωροχρονικό συνεχές. Έτσι, αποτελεί λογικό επακόλουθο να παραμένει πάντα ανοιχτός ο ορισμός της και, κατ' επέκταση, η μορφή της.

 Έτσι όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ - ή αν θες όλο αυτό που συνιστά εκείνο που αυτή τη στιγμή ορίζω ως "εγώ" στην δεδομένα ελλιπή και περιορισμένη προσπάθειά μου, έχοντας υπ' όψιν μου το αδύνατο του να το ορίσω απόλυτα σε ένα σύμπαν όπου ακόμα και το μηδέν φαίνεται πως είναι αδύνατο να είναι, ή να παραμείνει, απόλυτο, η δημοκρατία ως τάση διαχείρισης της συνύπαρξης στο παρόν, και εξέλιξής της στο μέλλον, -συνύπαρξη η οποία επίσης τείνει στο άπειρο, ιδίως μέσα από την υποκειμενικότητα και την διαφοροποίηση που φέρει-, είναι υποσύνολο της ιδέας και του προτάγματος της αναρχίας, του εξίσου επιτρεπτού τρόπου όπου η τάση του ατόμου να επιβάλει τη θέλησή του όχι απλά προϋποθέτει, αλλά και προκύπτει από την απλή συνειδητοποίηση πως οι περιορισμοί που θα εισάγει, ή ακόμα περισσότερο θα επιβάλλει, η επίσης περιορισμένη του συνείδηση στα υπόλοιπα άτομα της κοινωνίας του, θα περιορίζουν αναπόφευκτα και το ίδιο το άτομο, μέσα στον φαινομενικά άρρηκτο κύκλο που προανέφερα και ο οποίος και θα παραμένει, εν συγκρίσει, μικρότερος, σε συστήματα όπου η τάση προς επιβολή της θέλησής του ατόμου -της ίδιας του της ύπαρξης ουσιαστικά- στα υπόλοιπα άτομα του περιβάλλοντός του τείνει να προκύπτει περισσότερο από την όποια κεκτημένη του ισχύ και λιγότερο από την συνειδητοποίηση της όποιας ευθύνης θέλει να αναλάβει, η οποία λογικά και φυσικά εκτείνεται μέχρι τον εαυτό του αλλά και πέρα από αυτόν, εκεί που το άτομο τείνει να απελευθερώνεται και από τον ίδιο του τον εαυτό, εξουσιάζοντας σε μεγαλύτερο βαθμό τις ίδιες τις έννοιες και τους επιτρεπτούς τρόπους, και διαμορφώνοντας έτσι πιο ελεύθερα την ίδια του την ύπαρξη και την όποια θέληση και πορεία της στον χώρο και τον χρόνο της, αναζητώντας ατέρμονα και ανυποχώρητα την ουτοπία της συναίνεσης, της συνεννοήσης, της πιο σύνθετης μορφής συνύπαρξης.

 Όπως καταλαβαίνετε, "αυτή" η δημοκρατία προσωπικά, τουλάχιστον, δεν μου αρκεί. Δεν μου αρκεί, όχι απλά επειδή θέλω να προσπαθώ να γίνομαι, να παραμένω και να εξελίσσομαι ως αναρχικός και πιο ελεύθερος -απ' ότι κάθε στιγμή με ορίζω- άνθρωπος, όν και συνείδηση, με την δημοκρατία να αποτελεί ένα ακόμη εργαλείο στην διάθεσή μου, όχι μόνο επειδή ως αντιπροσωπευτική δημοκρατία προκύπτει και βασίζεται περισσότερο από την κεκτημένη ισχύ, λιγότερο από την συνειδητοποίηση και ακόμα λιγότερο από την ανάληψη της ευθύνης από την κοινωνία των συνειδήσεων και κάθε άτομό της, στα οποία ανήκουμε όλοι ανεξαρτήτως ιδιοτήτων και δυνατοτήτων, αλλά γιατί ακόμα και ως τρόπος να τείνουμε προς τον επιτρεπτό τρόπο του καταμερισμού της ισχύος, είναι λιγότερο ισχυρή από ότι γίνεται να είναι μέσα από ένα σύστημα πιο άμεσης δημοκρατίας - δηλαδή ουσιαστικής δημοκρατίας και όχι εναλλασσόμενης ολιγαρχίας (φίλοι της ελευθερίας οι ολιγάρχες και οι φτηνοκράτες φίλε Κορνήλιε;). Από τη στιγμή, δε, που έχουν ήδη υπάρξει, και ακόμα χειρότερα υπάρχουν αυτήν ακριβώς τη στιγμή, μορφές άμεσης δημοκρατίας -τάσεις προς πιο άμεσες μορφές δημοκρατίας-, θεωρώ τον εαυτό μου ταπεινωμένο που "αυτή" είναι η "δημοκρατία" του εγγύτερου περιβάλλοντός μου και αναπόφευκτα αισθάνομαι υποδεέστερος, λιγότερος αυτού που θα μπορούσα να γίνω μέσα στον επίσης φαινομενικά άρρηκτο κύκλο όπου τα συστήματα, τα εργαλεία, εξελίσσουν τα υποκείμενα τους και αντιστρόφως, με την μεταβολή που προκύπτει να κυοφορεί το νέο, το κατ' εμένα περισσότερο, που μέχρι να υπάρξει μπορεί να οριστεί μόνο ως "πιθανά υπαρκτό".

 Και καθώς θεωρώ πως ο βαθμός της αναζήτησης, της εξέτασης και της προσπάθειας προς το πιθανά υπαρκτό όχι μόνο αναδεικνύει αλλά και διαμορφώνει την ποιότητα και το εύρος των συνειδήσεων των υποκειμένων της πολιτικής, των υποκειμένων που συνυπάρχουν, και αυτή με την σειρά της περιορίζεται σε ποιότητα και εύρος από εκείνα. Στα οποία αναπότρεπτα αν θέλω να υπάρχω σε αυτόν τον κόσμο, ανήκω και εγώ.

 Ίσως τελικά μπορούμε να έχουμε μόνο αυτό που αυθαίρετα αναλαμβάνουμε την ευθύνη της ύπαρξης και εξέλιξής του. Αυθαίρετα υπάρχουμε εξ’ αρχής, ούτως ή άλλως. Στην ύπαρξη την ίδια δεν υπάρχει απόλυτα ούτε αθωότητα, ούτε ενοχή. Είναι απαραίτητο, ωστόσο, να υπάρχει, να αναγνωρίζεται υπαιτιότητα και ευθύνη, για να υπάρχει και υποκειμενικότητα, και έτσι η τάση να αναγνωρίζουμε και να αναλαμβάνουμε το βάρος της ύπαρξης των πρώτων δύο, μας καθιστά περισσότερο υποκείμενα απ’ ότι αντικείμενα –τρόπων, εννοιών, τάσεων και μορφών, έμβιων και μη.

“And the great weariness shall not come to me from you, you men of the present.
 

Alas, whither shall I climb now with my longing? I look out from every mountain for fatherlands and motherlands. But nowhere have I found a home; I am unsettled in every city and I depart from every gate.
 

The men of the present, to whom my heart once drove me, are strange to me and a mockery; and I have been driven from fatherlands and motherlands.
 

So now I love only my children’s land, the undiscovered land in the furthest sea: I bid my sails seek it and seek it.
 

I will make amends to my children for being the child of my fathers: and to all the future - for this present!

Thus spoke Zarathustra.”

Friedrich Nietzsche