25 September 2013

Κύκλοι, σπείρες και η καταδίκη των μορφών




 Είμαι αναποφάσιστος. Δεν μπορώ να διαλέξω αν αυτή η κοινωνία με έχει κουράσει ή με έχει ενθουσιάσει. Και αυτό που παρατηρώ είναι ότι υποχρεώνουμε τους εαυτούς μας να διαλέξουν ανάμεσα σε δύο διαρκώς υπαρκτές τάσεις τους. Και καταλήγω ότι μεγαλύτερο κύκλο με τον υλικό και ιδεατό κόσμο, εκεί που ο φορέας γίνεται ποιητής, δεν είναι δυνατόν να φέρουμε στο σύμπαν αν δεν αντιληφθούμε πρώτα πως η ποίηση προκύπτει από την τάση μας να ισορροπήσουμε μέσα στην αντίθεση, τη σύγκρουση και γενικότερα τους φυσικούς περιορισμούς που ως τέτοιοι δεν μπορούν να εκφράσουν την άπειρη, ρευστή φύση του υπαρκτού και του πιθανά υπαρκτού αλλά να δράσουν ως συσσωρεύσεις δυναμικής, εφαλτήρια νέων ταλαντώσεων. Ταλαντώσεων που υπάρχουν εκεί που μπορούν να υπάρξουν. Και ο άνθρωπος, ως ένα ακόμη ον που μπορεί να εκφράσει, να εισάγει τη διάσταση του ιδεατού στο σύμπαν μέσα από τις μορφές που σχηματίζονται κατά τη σύνδεσή τους, αποκτά τη δύναμη να εξελίσσει τόσο αυτήν, όσο και τις υπόλοιπες, σε έναν κύκλο που μοιάζει άρρηκτος. Ίσως εκεί να πηγάζει ο αγνωστός φόβος που θέλουμε να παραμείνει τέτοιος, όχι επειδή είμαστε ανίκανοι να τον αντιμετωπίσουμε, αλλά επειδή θα καταστούμε ανίκανοι να αντιμετωπίσουμε την αλλαγή που στο χρόνο και τον χρονισμό του θα μας επιβάλλει και την μορφή που θα μας δώσει και δεν θα μπορούμε ποτέ ξανά να αλλάξουμε.
 
 Ο κύκλος, όμως, πρέπει να συγκριθεί με έναν δεύτερο για να μετρήσει τον εαυτό του. Και δεν έχει άλλο γνωστό μέσο, φορέα και ποιητή για να εκφραστεί, από τον άνθρωπο, μετατρέποντάς τον έτσι σε έναν ακόμη Σίσυφο. Και έπειτα σας παρατηρώ, εσάς τα εκπληκτικά ανεύθυνα όντα και με κουράζει ο ενθουσιασμός μου. Ειλικρινά.
 
 Και εκεί ο θάνατος γίνεται ο καλύτερός μου φίλος καθώς αναγκάζομαι να μάθω τη γλώσσα του και να μπορώ να του μιλάω ευθέως κάθε φορά που έρχεται. Γιατί όπως οι καλοί φίλοι, συνηθίζει να έρχεται απρόσκλητος και ντυμένος απλά. Και αν εκείνη τη στιγμή δεν φοβηθείς να επιστρέψεις με το άπειρο που όρισες, αναζήτησες και γνώρισες και με εκείνο, το πάντα λιγότερο, που δημιούργησες, που ποίησες -ποτέ μόνος- στην ανύπαρκτη διαφορετικά στιγμή που με μέτρο τον εαυτό σου κλείνεις τον κύκλο και υπάρχεις, τότε φοβάσαι, για μια ακόμα φορά, αυτό που σε ακολουθούσε μια ζωή και δεν τολμούσες να δεχτείς να συνυπάρξεις μαζί του. Και μάλλον δεν είναι άλλο από την, μάλλον φαινομενικά, ανισόρροπη ταλάντωσή σου μέσα στην αδιάκοπη επανάληψη, τον άρρηκτο κύκλο, που προσπαθώντας να διαρρήξεις για να διαφοροποιηθείς μεταβάλλεις σε σπείρα και αυξάνεις, δημιουργώντας χώρο μέσα στο χρόνο για νέες μορφές. Μία προσπάθεια κουραστική, όσο αναγκαία και επιθυμητή, και μόνη εναλλακτική αυτής που δεν οδηγεί στην εντροπία να παραμένει η ανυπαρξία.

 Φαίνεται πως ο άνθρωπος θα φτάνει στις εσχατιές του γνωστού σύμπαντος, πριν ξεμείνει με τον εαυτό του και αναγκαστεί να αξιώσει από αυτόν ένα δεύτερο, παράλληλο με εκείνο στο οποίο είναι δεσμώτης και όσο το δυνατόν λιγότερο ίδιο. Γιατί είναι η ελαφρότητα της πέτρας που αέναα κουράζει τον Σίσυφο στον Άδη. Αποφεύγοντας αυτήν κρατιόταν όπως μπορούσε στη ζωή, το χρονικό διάστημα όπου πιο ελεύθερα συμμετέχεις, ως μία ακόμη πιθανή μορφή, αυξάνοντας τις πιθανές παραλλαγές του ίδιου.

No comments: