15 January 2009

Απάθεια


Μπορεί να χαρακτηριστεί, άραγε, η απάθεια ως αντίδραση; Η πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια κατάσταση που προηγείται της δράσης και εξαλείφει κάθε πιθανή αντίδραση; Και η αδράνεια, ως αποτέλεσμα αυτής, σε ποιο σημείο σε καθιστά, στις μέρες μας, συνυπαίτιο;

Διακόσια χρόνια πριν θα ήταν κατανοητό, ελάχιστοι θα γνώριζαν, ακόμα λιγότεροι θα ενδιαφέρονταν. Σήμερα, όμως, πως γίνεται να προσπερνάμε τέτοιες καφρίλες; Πως γίνεται να αλλάζουμε κανάλι ή να περιμένουμε το σήριαλ τη στιγμή που γνωρίζουμε ότι μια χούφτα ζώα στέκεται απέναντι σε μια άλλη -υπάρχει επειδή υπάρχει η άλλη- εγκλωβίζοντας ανάμεσά τους ανθρώπους σε μια απελπιστική κατάσταση;

Σε επίπεδο κρατών, η αντιμετώπιση του ζητήματος της Μέσης Ανατολής μοιάζει να έχει πλέον καταντήσει απλά διπλωματικό case study για καθαρά θεωρητικούς λόγους.

Η περίφημη "διπλωματική οδός", δε, μεταφράζεται -τουλάχιστον από τον δικό μου εγκέφαλο- ως ο μόνος τρόπος για να αποκομίσει ένα κράτος όφελος από μια διαμάχη ή να "απεμπλακεί" εγκαίρως και "αναίμακτα" από αυτήν. Επιλύει τα προβλήματα που προκύπτουν εντελώς μονόπλευρα. Για να ακριβολογολούμε, σκοπός φαίνεται πως είναι η αντιμετώπιση των συνεπειών και μόνο. Κρίση και crisis management, πάντα από την πλευρά του εκάστοτε κράτους. Σε τέτοιο σημείο, που περιστατικά και καταστάσεις όπως αυτές της Παλαιστίνης, του Νταρφούρ, της Ρουάντα, της Τσετσενίας, του Κοσόβου, της Βιρμανίας, φαντάζουν πλέον με δημοπρασίες. Το "αντικείμενο" βγαίνει στο σφυρί, όσοι δεν ενδιαφέρονται -ή δεν το σηκώνει η "τσέπη" τους- απλά σιωπούν, οι ενδιαφερόμενοι -συνήθως και έμμεσα εμπλεκόμενοι- "χτυπούν" μετρώντας ο ένας την μπλόφα (ή μη) των άλλων και, φυσικά, τα "κοράκια" πάντα καραδοκούν.

Μακριά από την εμπόλεμη ζώνη, ψύχραιμα και πολιτισμένα.

Αλλά, σε τελική ανάλυση, γιατί -πώς;- να είναι διαφορετικά τα πράγματα, από τη στιγμή που παραμένουμε αποστασιοποιημένοι εκ φύσεως από γεγονότα που δεν απειλούν άμεσα την σωματική μας ακεραιότητα, αντιδρώντας, επίσης φυσιολογικά, μόνο στον βαθμό που αυτά μας επηρρεάζουν συναισθηματικά.

Διότι μπορεί να είμαστε νοήμονα όντα και να διαθέτουμε σήμερα τα μέσα για να πληροφορούμαστε εντός μικρού χρονικού διαστήματος τα όποια γεγονότα, ωστόσο η νοημοσύνη μας δεν είναι απεριόριστη και τα ίδια τα μέσα δεν έχουν, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, την δυνατότητα να μας δώσουν μια απόλυτα ολοκληρωμένη αντίληψη αυτών. Με, εξίσου φυσιολογικό τολμώ να πω, αποτέλεσμα, τα ίδια τα μέσα να μας "προικίζουν" σταδιακά και με συναισθηματική απάθεια καθώς η ύπαρξη -τονίζω τη λέξη- ενός παιδιού που λιμοκτονεί ή ενός άμαχου(ή στρατιώτη) που αργοπεθαίνει από εγκαύματα δευτέρου και τρίτου βαθμού, γίνεται αυτόματα μια συναισθηματική εμπειρία η οποία, όμως, δεν περιλαμβάνει σωματικό πόνο. Και έτσι γίνεται μνήμη, και η επανάληψη αυτής της εμπειρίας λιγότερο έντονη.

Είναι τελείως διαφορετικό να νιώθεις -τονίζω και αυτή τη λέξη- θλίψη, οργή ή απλά άβολα βλέποντας έναν άγνωστο άνθρωπο γεμάτο εγκαύματα στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου από το να βιώνεις ο ίδιος τον πόνο που προκαλούν εγκαύματα τέτοιου βαθμού, καθώς και ότι συναίσθημα προκύπτει από αυτόν, πάντα εγκλωβισμένος μέσα στην κατάσταση που τον δημιούργησε και στην οποία θα επιστρέψεις αν και εφόσον επιζήσεις.

Ολοι φυσικά "καταλαβαίνουμε το δράμα τους", "συμμεριζόμαστε τον πόνο τους", "εξοργιζόμαστε με την κατάσταση" και όλα όσα νιώθουμε ή θα έπρεπε να νιώθουμε. Παραταύτα, μας αφορά μεν, αλλά όχι αρκετά. "Έχουμε δομήσει, όχι απλά τις κοινωνίες μας, αλλά την ίδια την νοοτροπία μας επάνω στο όφελος". Προσωπικά διατηρώ την εντύπωση πως αυτό είναι κάτι που έγινε από εμάς, χωρίς εμάς-η ελεύθερη βούληση εξακολουθεί να είναι, κατά τη άποψή μου, μεγαλύτερη μπαρούφα κι απ' το "πλευρό" του Αδάμ, τον ίδιο και το μήλο. Η ουσία, ωστόσο, παραμένει αναλλοίωτη. Όντας κάποιος μέλος μιας κοινωνίας που επωφελείται, άμεσα ή έμμεσα, καταφανώς ή αφανώς, ηθελημένα ή "μη" από μια κατάσταση, είναι εν μέρει υπαίτιος για αυτήν και το όποιο επίρρημα σώζει μόνο τα προσχήματα.
Κοινότοπο; Ισως, αλλά νιώθω την ανάγκη να το υπενθυμίζω διαρκώς, ιδίως όταν η άνεση με την οποία διαχωρίζουμε εαυτόν και στεκόμαστε ενάντια στους άμεσα εμπλεκόμενους υπαίτιους χάνει το μέτρο και ταλαντεύεται ανάμεσα στην γελοιότητα και την ειρωνεία, πάντα ανάλογα με την γωνία θέασης.

Επομένως.

Δεν ξέρω που πάει το πράγμα, που θα μπορούσε να πηγαίνει ή που θα μπορούσε να είχε πάει. Αντιλαμβάνομαι, ωστόσο, δύο πράγματα. Πρώτον ότι κανένα γεγονός δεν είναι ασυνάρτητο με το παρελθόν και δεύτερον ότι το παρελθόν δεν αλλάζει.

Αντιμετωπίζοντας, λοιπόν, μια κατάσταση ας μην παιδευόμαστε με το τι κάναμε ή τι θα κάνουμε και ας σταματήσουμε για λίγο να αναλογιστούμε τι κάνουμε.

No comments: