30 August 2007

Το ύστατο οχυρό


Νομίζετε πως ήταν εκεί για να σώσουν τη Βουλή, το όργανο της Δημοκρατίας μας;
Ή το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, της ασπίδας της πατρίδας μας;




Κάνετε λάθος! Ηταν εκεί για να διαφυλάξουν το ΜΟΝΟ πράγμα που λειτουργεί πλέον στο ελληνικό κράτος...



Και ευχαριστούν όλους εκείνους που δεν ήταν εκεί για να κάνουν το έργο τους πιο δύσκολο, για να αναδείξουν την ειρωνεία.

29 August 2007

Blowin' in the wind


...how many times can a man turn his head, pretend that he just doesn't see...

25 August 2007

Ενέργεια





Τόσες φορές παραδόθηκε σ’ αυτήν,
και άλλες τόσες επέστρεψε...
Τόσες που το μέτρο ο μύθος έχασε,
και να μετράει άρχισε.
Σε χρόνο που ήρθε, πέρασε κι ακόμα εδώ είναι,
σ’ εκείνον που σημάδεψε απόκληρη στιγμή,
σ’ αυτήν ξανά θα αφεθεί,
μ’ αυτήν να επιστρέψει...
 


07 August 2007

"The 100 club"


Ιος, Αύγουστος 2000,
...Τρεκλίζουμε αμφότεροι, στηριζόμενοι ο ένας πάνω στον άλλο σε στυλ σιαμαίων, προσπαθώντας να φτάσουμε στις τουαλέτες του Dubliner στο υπόγειο...
...Τύφλα! Πιο τύφλα απ’ όσο έχω γίνει ποτέ στη μέχρι τώρα θητεία μου στο αλκοόλ... Γκόλ και offside μαζί...
...Η φούσκα μου κοντεύει να σπάσει, δίνοντας μου τον προστάτη στο χέρι...
...Κατουριέμαι απίστευτα. Ο δρόμος προς τη λύτρωση μακρύς και διάσπαρτος με κάθε λογής ποτό, κάθε πάστας, φύλου και εθνικότητας πιωμένο... Ιρλανδική pub, γαρ, και μάλιστα σ’ ελληνικό νησί. Φονικός συνδυασμός…
...Η χέστρα, τώρα, μοναδικός στόχος ζωής...
Όλα ξεκίνησαν ένα χρόνο πριν, μια καυτή νύχτα του Ιουλίου, με μερικούς κόκκινους κουβάδες Vileda γύρω από ένα μακρύ ορθογώνιο τραπέζι, καμιά δεκαπενταριά φιλόδοξους πότες και μια απορία να ταλανίζει τα παιδικά μυαλά μας: «Γιατί δεν μαζεύουν τους κουβάδες οι γύφτοι;»
Ηταν εκείνο το βράδυ που στο νου μου ορίστηκε, και σφραγίστηκε, ο «Σκοπός»...
...
Μετά από ένα σαββατοκύριακο στην Αίγινα -αντί της καθιερωμένης τριήμερης της 1ης Λυκείου που θα μας πήγαιναν στον μαγευτικό Βόλο(έλεος!)- από το οποίο γυρίσαμε ζωντανοί και δίχως σωματικές απώλειες, πέραν μερικών εκατομμυρίων εγκεφαλικών κυττάρων, οι δικοί μας, μη έχοντας πλήρη γνώση της καφρίλας που μας έδερνε, μας επέτρεψαν το ακόλουθο καλοκαίρι κι ένα ταξίδι στην Ίο! Ετσι, ο Γιώργος, με τον οποίο κάναμε παρέα από το γυμνάσιο και δέσαμε στο Λύκειο, κι εγώ, αρχίσαμε το ψάξιμο...
Ο «Σκοπός», τώρα, ύστερα από τις μακροσκελείς και ενθουσιώδεις περιγραφές μου, και σχεδόν πάντα υπό την επήρρεια του περιεχομένου είτε «σφηνακίων», είτε καλοστριμμένων «γάμμα», και δικός του!
Μήνας Αύγουστος, η πληρότητα των ξενοδοχείων στο ταβάνι. Είχα, όμως, τις άκρες μου... Εχοντας επισκεφτεί το νησί το αμέσως προηγούμενο καλοκαίρι, μετά των γονέων, μαζί με έναν άλλο παιδικό φίλο, τον Παναγιώτη(με τον οποίο έχουμε κάνει τις καλύτερες διακοπές), οι «γνωστοί», πλέον, ιδιοκτήτες του Αρμαδώρου, ενός σχετικά κυριλέ ξενοδοχείου στο λιμάνι όπου είχαμε διαμείνει, μας βρήκαν κατ’ ευθείαν δωμάτιο, και μάλιστα πιο γρήγορα απ’ όσο προγραμματίζαμε... Και που να ξέραμε!
Ο πηγαιμός και ο «βγαλμός»...
Αγοράσαμε, λοιπόν, εισιτήρια στα μπαμ, μαζέψαμε τ’ απαραίτητα, και όχι μόνο, ψάξαμε μάταια για φούντα τελευταία στιγμή και αξημέρωτα «χώσαμε» τον πατέρα μου και πήραμε το δρόμο για Ραφήνα.
Γκαντεμιά number 1: Το Sea Jet 2, από τα πρώτα ταχύπλοα καταμαράν της γραμμής που θα μας πήγαινε στο νησί του ολοήμερου πάρτυ μέσα σε τέσσερις ΜΟΝΟ ώρες, ήταν και το ΜΟΝΟ που του απαγορεύτηκε ο απόπλους λόγω αέρα! Το πήραμε απόφαση πως δεν θα είμαστε στο νησί από τις έντεκα, αλλάξαμε τα εισιτήρια και επιβιβαστήκαμε στην «Αργώ»(ή και «Ξημερώνω»), με προορισμό τη Νάξο και στόχο την χρήση δεύτερου πλοίου για να φτάσουμε, επιτέλους, στην «Ιθάκη»! Ο «Σκοπός», εκεί, να μας δίνει δύναμη να συνεχίσουμε!
Γκαντεμιά number 2 (personally affected): Στο δρόμο για Νάξο, έχοντας βαρεθεί τη ζωή μας, ζητάμε ένα compact ταβλάκι από μια διπλανή παρέα. Τι το ‘θελα, ξεκωλιάστηκε ο Γιώργος, μου το πήρε καραδιπλό και κόντεψα να το σπάσω πάνω του. Τα παιδιά, έχοντας παρακολουθήσει την ανεκδιήγητη παρτίδα, έδειξαν κατανόηση. Μα τον πούστη, σε ολόκληρο το παιχνίδι δεν θα έφερε πάνω από πέντε κανονικές ζαριές! Μόνο διπλές, σε μεγάλη ποικιλία και ποσότητα!
Τέλος πάντων, πέντε παρά, το απόγευμα, πιάσαμε, τελικά, το επιθυμητό λιμάνι με την δεύτερη «Αργώ», πήραμε σακ-βουαγιάζ, στερεοφωνικά και λοιπά συμπράγκαλα και ανηφορίσαμε για το ξενοδοχείο, οπου μας περίμενε το πρώτο «άκυρον»!
Άκυρον number 1: Δωμάτιο γιοκ. Stop. Μεταφορά σε παραπλήσιο ξενοδοχείο γνωστού, του επίσης «γνωστού» ξενοδόχου, μόνη λύση. Stop. «Ευχαριστώ» -εσένα ή το Θεό;- να λέτε. Stop.
Μακριά δεν ήταν, η πισίνα του Αρμαδώρου, ορίστηκε άτυπα ως διαθέσιμη και για εμάς(οι θάλασσες της Ίου είναι σε θερμοκρασία υγρού αζώτου), το δωμάτιο της ίδιας κατηγορίας, οπότε δεν γαμιέται...
Άκυρον number 2: Αμ γαμιέται! Αύγουστο μήνα πάντα γαμιέται! Με λύπη έκδηλη, μάτια βουρκωμένα και ψυχή σε σπαραγμό, η μαλακισμένη η ιδιοκτήτρια μας δηλώνει τελεσίδικα πως δωμάτιο παίζει μόνο για πέντε μέρες αντί για εφτά, όπως είχαμε αρχικά «κανονίσει» και «υπολογίσει»...
«Μα», «Μου», τίποτα! Βαρεθήκαμε, πήγαμε στο πρακτορείο της ναυτιλιακής, αλλάξαμε τα εισιτήρια και το πήραμε απόφαση. Πέντε μέρες, αλλά θα τα γαμήσουμε όλα! Ο «Σκοπός» θα επιτευχθεί, τέλος!
Ποια μέρα της εβδομάδας φτάσαμε, ποια μέρα φύγαμε, ειλικρινά δεν θυμάμαι, αν και το συκώτι μου διύλισε αρκετή ποσότητα από την κυριότερη δικαιολογία μου!
Η «ρουτίνα» που θυμάμαι πάει κάπως έτσι: Ύπνος μέχρι τις δύο το μεσημέρι, άραγμα, γκόμενες(που δεν γνωρίσαμε, και γενικά τίποτα σε -ήσαμε!) και Corona by, και μέσα, στην πισίνα εώς ότου πέσει ο ήλιος, απογευματινό καφεδάκι στον «Βάτραχο»(αν θυμάμαι καλά), μια καφετέρια στο λιμάνι, ντουζ-ντύσιμο-σενιάρισμα στο δωμάτιο και μάσα, μία και γερή, λίγο πριν ανηφορίσουμε, ακμαίοι και ορεξάτοι, για το νυχτερινό κραιπάλιασμα στη Χώρα!
Κάποιοι από εσάς -ναι, εσείς με τα βρώμικα μυαλά- θα σκέφτεστε τώρα: «Μα καλά, αφού δεν γάμησαν, ποιός ήταν ο «Σκοπός»;»... Μεσολαβούν δύο βράδια και θα φτάσουμε κι εκεί!
Το πρώτο βράδυ, βόλτα στη χώρα, μπύρες, σφηνάκια, μπαρότσαρκα και αναγνώριση εδάφους, κυρίως για το Γιώργο καθώς εγώ ήξερα ήδη τι έπαιζε στο Dubliner... Κατά τα άλλα, χαλαρά και ήρεμα πράγματα.


Το δεύτερο βράδυ, όμως, μας επισκέφθηκε το πνεύμα(κατά το spirit) των Olmec! Για την ακρίβεια εγώ ήμουν αυτός που είχε τη φαεινή ιδέα να το προσκαλέσει στο δωμάτιο για να μας «προετοιμάσει» για την βραδυνή μας έξοδο, η οποία προέβλεπε clubάκι, μάλλον Scorpion ή Mojo.

Αφού φάγαμε, λοιπόν, σα ζώα, ένα πελώριο πήλινο παδέλι φουρνομακαρονάδα με κόκκινη σάλτσα, μανιτάρια, ζαμπόν, μπέϊκον και λιωμένο τυρί on top, έκαστος, με συνοδεία ενός μισόλιτρου κόκκινο κρασί, αποφασίσαμε να πάρουμε ένα μπουκάλι λευκή Olmeca για το ξενοδοχείο(πως λέμε «για το σπίτι»...), να πιούμε κάνα σφηνάκι, να κάνουμε κεφάλι και να την κάνουμε για πάνω!
Επιστρέφουμε στο δωμάτιο, ανοίγουμε το παράθυρο να μην σκάσουμε, βγάζουμε δυο πλαστικά ποτήρια και ξεκινάμε με σφηνοκατεβάσματα. Στο δεύτερο έχουμε ξενερώσει κι οι δυο με τα τεράστια πλαστικά κωλοπότηρα, οπότε παίρνω πρωτοβουλία, βουτάω το μπουκάλι, το βάζω στο στόμα, το σηκώνω ψηλά, ισιώνω λαρύγγι και του δείχνω πως την πίνουν την τεκίλα στο Μέξικο...
Χωρίς υπερβολές, σε ένα τέταρτο το πολύ, και χωρίς ν’ αλλάξει χέρια το μπουκάλι περισσότερες φορές απ’ όσες μπορείς να μετρήσεις με τα δάχτυλα του ενός χεριού, το «κάνα σφηνάκι» είχε γίνει αισίως «ένα μπουκάλι»...
Πέφτει ο Γιώργος στο κρεββάτι φαρδύς-πλατύς, σηκώνομαι εγώ μες την καλή χαρά κι αρχίζω το ping-pong από τοίχο σε τοίχο και πίσω πάλι!
«Πώς είσαι;», να ρωτάω εγώ, «ντέφι», γεμάτος κέφι κι όρεξη για clubbing και χαβαλέ μέχρι πρωίας...
«Σκατά!», να ψελλίζει ο Γιώργος , επίσης κουρούμπελο, «καρφωμένος» στο κρεββάτι του...
«Είμαστε έτοιμοι για να τα σπάσουμε!», να ερμηνεύω εγώ το «Σσσκατά!», με το μακρόσυρτο σίγμα... Και δώσε ηλίθιο γέλιο και παραπάτημα στο διάδρομο του δωματίου... Και νάτοι κι οι κατακρεουργημένοι στίχοι από τα λαϊκά άσματα... Και δώσε αλλαγή ρεπερτορίου σε mainstream hitoμπιτάκια του καλοκαιριού... Και, γενικά, ένα αναπάντητο «Hey, what’s wrong with you?»...
Σε κάποια φάση, κι ύστερα από ένα σουρεάλ διάλογο με μισόλογα και πολλά «Σκατά!», κατάλαβα πως αν ήθελα clubbing, έπρεπε να αναλάβω δράση, και δη άμεσα, διότι νοερά ήδη χτυπιόμουν πάνω στα ηχεία του Scorpion
Τον βουτάω όπως-όπως, και σέρνουμε τα κουφάρια μας μέχρι τα πλατύσκαλα στον αίθριο χώρο μπροστά από το δωμάτιο. Ρίχνω το πτώμα-πιώμα στη μέσα μεριά, ν’ ακουμπάει τοίχο, κι αράζω ενάμισυ μέτρο πιο πέρα ακουμπώντας πάνω σ’ ένα χαμηλό τοιχίο. Κάποια στιγμή ακούω μια πόρτα ν’ ανοίγει κι ύστερα γυναικεία γέλια. Κοιτάω κάτω από τη μάντρα δίπλα μου και χαζεύω παρακολουθώντας κάτι κοπέλες που φεύγανε για εκεί που ήθελα τόσο να πάω! Εκείνο το «Αντε ρε μαλάκα, σήκω να φύγουμε!», όμως, δεν πρόλαβα να το πω...
Άρχισε με μια βαθιά απεγνωσμένη εισπνοή, συνέχισε με λαρυγγική αναρρόφηση και τον ήχο από το μάταιο σφίξιμο στόματος και στομάχου και κατέληξε με το χαρακτηριστικό «Μπουάγκχλ», ακολουθούμενο, σε κλάσματα δευτερολέπτου, από ένα ηχηρό «ΣΠΛΑΤΣ»...
Εστρεψα με τρόμο, αλλά και περιέργεια, το βλέμμα μου, για να αντικρύσω το πιο εκπληκτικό splatter στομαχικού περιεχομένου, ισάξιο του οποίου δεν έχω δεί μέχρι σήμερα!
Ημιλιωμένα μισοχωνευμένα μακαρόνια, μασουλημένα μανιτάρια, κομματάκια αλλαντικών και ίχνη τυριού, έπλεαν, τώρα, σε μια ρηχή, αν και σε ορισμένα σημεία θολή, κόκκινη λίμνη, η οποία πήγαζε από ποτάμια πάνω στο πουκάμισο και το παντελόνι του Γιώργου, εκτεινόταν μεγαλειώδης καλύπτοντας όλο το πλατύσκαλο ανάμεσά μας, πότιζε το αριστερό μου κωλομέρι, κι έχοντας ήδη πιτσιλίσει –υπέρ του ανεκτού- τα ρούχα μου λόγω του τσουνάμι που την δημιούργησε, έριχνε αργά την παχύρευστη μορφή της στο αποκάτω σκαλί, σχηματίζοντας καταρράκτες που ανέδιδαν μια ευωδία ανάμεσα σε φρέσκια τεκίλα και μισοξυνισμένη κρασίλα! Αλλο να σας το λέω κι άλλο να το... βιώνετε με όλες σας τις αισθήσεις, ακόμα και με τη γεύση κατά κάποιον τρόπο, παρότι προηγήθηκε κατά μία ώρα! Εμπειρία ζωής!
Τον σήκωσα με τα χίλια ζόρια, σχεδόν όπως ο γαμπρός τη νύφη, ή μάλλον ο στρατιώτης τον μισοπεθαμένο συμπολεμιστή(μη μας βγει και τ’ όνομα!), τον έβαλα στη ντουζιέρα, όπου ξέρασε άλλες δυο φορές, τον στρίμωξα στον τοίχο μη μου πέσει, του έβγαλα όλα τα ρούχα αφήνοντάς τον με το μποξεράκι και τον έκανα μούσκεμα με χλιαρό νερό, που σταδιακά έγινε κρύο λόγω εξάντλησης των αποθεμάτων στη δεξαμενή του κεντρικού μπόιλερ!
Ψιλοσυνήλθε, τον ξάπλωσα με τα πλευρά στο κρεββάτι, έριξε κάνα-δυο ξερατά ακόμα -ευτυχώς μακριά από το στρώμα- και, επιτέλους, ταβλιάστηκε και ξεράθηκε στον ύπνο!
Οσο για μένα, από αχαλίνωτος clubber, μεταμορφώθηκα αρχικά σε private του «Platoon» και εν συνεχεία σε «medic» του «Thin red line», για να καταλήξω, τελικά, σε Μαίρη Παναγιωταρά! Εβγαλα τα ρούχα μου που βρώμαγαν εμετιλοτεκίλα, έφερα το μπάνιο σε ανθρώπινη κατάσταση σπρώχνωντας τον εμετό στο σιφώνι, έκανα ένα κομμάντοντουζ με παγωμένο νερό, πήρα την μάνα μου και της έκανα ένα σύντομο briefing για να μου πει τελικά, μεταξύ πολλών «Αμάν κι εσείς ρε παιδί μου!», αυτό που ήδη ήξερα, να τον βάλω δηλαδή στο πλάϊ για να μην πάθει καμιά αναρρόφηση, και έκλεισα την τόσο υποσχόμενη βραδιά μου πλένοντας τα ρούχα μας στον νιπτήρα με σαμπουάν Nivea... Οπως λένε κι οι Άγγλοι, «Fucking A»!
Αν ξενέρωσα; Ούτε κατά διάνοια! Μετά από μισή μπουκάλα Olmeca, εξακολουθώ να πιστεύω πως κάτι τέτοιο είναι, πρακτικά, αδύνατο! Ως εκ τούτου, όταν ταβλιάστηκα κι εγώ στο κρεββάτι μου, αρκετές ώρες αργότερα, στο αμείωτα μεθυσμένο μυαλό μου ακόμα στριφογύριζε το «ντάπα-ντούπα» και οι γκόμενες που ΘΑ γνωρίζαμε στο club
Το πρωί, για την ακρίβεια μεσημέρι, που ακολούθησε, τον έπιασε το φιλότιμο και έφερε μάσα και χυμούς από το γωνιακό φούρνο. Σαβουρώσαμε, ισιώσαμε, είπαμε τις μαλακίες μας για τα χθεσινοβραδινά, καφεδάκι-μουσικούλα, προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να μου μάθει Λευκαδίτικη «Δηλωτή», χωνέψαμε και βουρ για πισίνα. Παρεμπιπτόντως η ιδιοκτήτρια μας παρότρυνε να δώσουμε κάνα πεντοχίλιαρο –και καλά- για την καθαρίστρια... Αν και δεν μας έφταιγε σε τίποτα η γυναίκα, στα πλαίσια του «κρεμάσματος» σχετικά με τις μέρες διαμονής, πήρε τ’ αρχίδια μας!
Ακολουθήσαμε την γνωστή ρουτίνα, και η τρίτη βραδιά «ανέτειλε» στον ορίζοντα μπροστά μας...



Ο «Σκοπός»...
Ανοιχτό πουκαμισάκι, ζελεδιά στο μαλλί, Μarlboro στο στόμα και στη στάση περιμένοντας για λεωφορείο ν’ ανέβουμε στη Χώρα. Πέντε λεπτά μετά, και ύστερα από μια ανάβαση γεμάτη στροφές και σπαρμένη με ανίκανους, για οδήγηση, scooterάδες μετά των τουμπαρισμένων μηχανακίων τους, αποβιβαζόμασταν λίγα μέτρα από την μπροστινή είσοδο του Dubliner, της pub που είχε γεννήσει τον «Σκοπό», σε βραδιά του περίφημου διαγωνισμού(ή Τετάρτη ήταν, ή Παρασκευή)... Πήραμε από ένα κρύο σάντουιτς, για να γεμίσουμε αλλά να μην βαρύνουμε το στομάχι μας, και μπήκαμε ετοιμοπόλεμοι, φιλόδοξώντας να φτάσουμε στα όρια μας!
Πήραμε από μια μπυρίτσα στο χέρι, ρωτήσαμε τον barman και πήγαμε να βρούμε τον νεαρό Ιρλανδό που μας υπέδειξε, ο οποίος είχε, ή διοικούσε, το μαγαζί.
Χωρίς πολλές σάλτσες, του ρίχνω τα σχετικά. «Good evening, we want to participate in the contest!» Μαλάκας ο άνθρωπος, έμμεινε για λίγο να κοιτάει δυο υπεραναπτυγμένα μεν, δεκαεξάχρονα δε, που του ζητούσαν να πάρουν μέρος σε διαγωνισμό για βετεράνους σκληροπυρηνικούς μπυροκοιλιάδες!
Πάνω που πάει να σηκώσει τα φρύδια, και πριν φάμε το τρίτο «άκυρον» του ταξιδιού, του τα λέω στα ίσα και με κάθε ειλικρίνεια. Πως είχα παρακολουθήσει τον διαγωνισμό το προηγούμενο καλοκαίρι, πως είχα ψήσει και τον Γιώργο, πως το περιμέναμε πως και πως ένα χρόνο τώρα και, τέλος, πως είχαμε έρθει Ίο αποκλειστικά γι’ αυτό!
Το κατά πόσο τον έπεισαν τα λεγόμενα μου και κατά πόσο τον επηρρέασε η ενδεχόμενη σκέψη «Μικρά είναι, πόσο να πιουν πριν ξεράσουν!», είναι άνευ σημασίας! Μισή ώρα μετά, και με τεσσεράμισυ χιλιάρικα λιγότερα στην τσέπη, καθισμένοι στο μακρύ τραπέζι ανάμεσα σε Ιρλανδούς, Γερμανούς, Άγγλους και μια παρέα Ιταλών, βλέπαμε το σκοινί να κλείνει γύρω μας, όλο τον κόσμο να μαζεύεται γύρω του, τα καφάσια με τις Amstel να στοιβάζονται πίσω μας και τους κόκκινους Vileda να καταλαμβάνουν στρατηγικά σημεία γύρω από τους διαγωνιζόμενους... And so the game begun!
«The 100 club»
Η διαδικασία απλή, ομοίως με τους κανόνες.
Ενα μεγάλο σφηνάκι για κάθε διαγωνιζόμενο, ένας κριτής-διαιτητής με μια σφυρίχτρα, ένας μαυροπίνακας με αριθμούς από το ένα ως το εκατό και δεκαοχτώ στομάχια που έμελλε να αποδειχτούν γερά, ή όχι και τόσο!
Ακούγοντας το πρώτο σφύριγμα, και πράττοντας αναλόγως στα επόμενα ενενήντα εννέα, έπρεπε να γεμίσεις το σφηνοπότητρο με μπύρα, υποχρεωτικά σε σημείο υπερχείλισης, και είχες ένα λεπτό για να το κατεβάσεις – στη συνέχεια του διαγωνισμού καταλάβαμε πως στην πραγματικότητα ήταν ακριβώς μισό λεπτό, χρησιμοποιώντας το χρονόμετρο του κινητού! Μονοκοπανιά ή με το πάσο σου, ο πάτος έπρεπε να φαίνεται πριν το επόμενο σφύριγμα! Το ξέρασμα, το κατούρημα και γενικά η απομάκρυνση από την καρέκλα, σήμαιναν αυτομάτως αποκλεισμό!
Καθόμουν στην άκρη της μεγάλης πλευράς του τραπεζιού, ακριβώς δίπλα στις κερκίδες από τις οποίες παρακολουθούσαμε ένα χρόνο πριν μαζί με τον Πάνο και μια μεγάλη σε ηλικία Αγγλίδα, τον άντρα της –μπυροκοιλιά περιοπής- να μας λύνει την απορία σχετικά με τους κουβάδες, γεμίζοντας έναν από αυτούς με αρκετά λίτρα Amstel!
Στα δεξιά μου ο Γιώργος, καθισμένος στην κεφαλή του μεγάλου τραπεζιού, πλάι σ’ έναν από τους Ιταλούς που είχε κατενθουσιαστεί με την συμμετοχή μας! Εξ αριστερών μου, μια όμορφη Ιρλανδή γύρω στα τριάντα, που έμελλε να γίνει θεογκόμενα κατά την διάρκεια του «άθλου», και με την οποία είχαμε πιάσει κουβέντα περί ανέμων και υδάτων! Οι υπόλοιποι διαγωνιζόμενοι ήταν, αν θυμάμαι καλά, τριανταπεντάρηδες στην πλειοψηφία τους, μεταξύ των οποίων και δυο-τρεις γυναίκες ακόμα –δύο σίγουρα Ιταλίδες-, πλην της κοπέλας που καθόταν δίπλα μου και δεν θυμάμαι, με τίποτα, τ’ όνομά της! Αυτό που σίγουρα θυμάμαι, όμως, ήταν τα θηρία που διεκδικούσαν μια θέση στον τερματισμό! Οπως προείπα: «Βετεράνοι σκληροπυρηνικοί μπυροκοιλιάδες»...
Το σήμα της έναρξης μας πήρε τ’ αυτιά, ο κόσμος άρχισε να σφυρίζει και να αλαλάζει, τα σφηνάκια γέμισαν και ύστερα άδειασαν. Συνεχίσαμε ακάθεκτοι, πειράζοντας ο ένας τον άλλο, λέγοντας βλακείες και χαζογελώντας, μέχρι το εικοστό σφηνάκι. Κάπου εκεί ξέρασε μία από τις δύο Ιταλίδες, και η άλλη αποχώρησε μαζί της!
Κάπου στα σαράντα τις ακολούθησαν, κατόπιν ξεράσματος, κι οι δύο Ιταλοί, ενώ μέσα στην επόμενη δεκάδα οι κουβάδες πήραν φωτιά! Ο ένας μετά τον άλλο κατέθετε όπλα, και καταναλωμένη μπύρα, και έπαιρναν θέση γύρω από το τραπέζι, στην άλλη πλευρά του σκοινιού. Τα «Μικρά είναι, πόσο να πιουν πριν ξεράσουν!» ακάθεκτα, παρά το γεγονός πως η μπύρα έγλυφε κατά διαστήματα τον ουρανίσκο μας! Εγώ ένιωθα πως είχα δρόμο ακόμη μπροστά μου όσον αφορά το στομάχι, αν και ο εγκέφαλός μου είχε ήδη γίνει κουδούνι. Οταν ο χαβαλετζής, αλλά και αυστηρός, διαιτητής διέγραψε το νούμερο πενήντα, ο Γιώργος δεν την πολυπάλευε. Κάτι εμφανές στην έκφρασή του, που μου θύμιζε αρκετά το προηγούμενο βράδυ.
Κοντά στα εξήντα, κι έχοντας βάλει κάτω τους περισσότερους διαγωνιζόμενους, γέμισε κι αυτός τον κουβά του και αποχώρησε εσπευσμένα για τις τουαλέτες, αφήνοντάς με να γεμίζω και να κατεβάζω σφηνάκια, καπνίζοντας αρειμανίως, παρέα με την γλυκιά Ιρλανδή. Λίγα λεπτά αργότερα τον ξεχώρισα στο μπαρ απέναντι μου, να παραγγέλνει ποτό!
Στα εβδομήντα είχε βρει θέση στις κερκίδες κι έπινε το ποτό του, έχοντας σχηματίσει fan club με άλλους τρεις Ελληνες, τους μόνους που συναντήσαμε σε όλο το μαγαζί, και φώναζαν συνθήματα υποστήριξης του στυλ «Τσοβόλα δώστα όλα!», «Προχώρα, σε θέλει όλη η χώρα!» και άλλα εμπνευσμένα...
Από εκεί και πέρα δεν θυμάμαι ΑΠΟΛΥΤΩΣ τίποτα! Στις τρεις δεκάδες σφηνακίων που ακολούθησαν, «Φίλε ήσουν σαν ρομπότ!», όπως μου είπε την επομένη ο Γιώργος! »Γέμιζες, έπινες και κάπνιζες σαν υπνωτισμένος, αλλά απτόητος!»
Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι είναι η αγκαλιά της Ιρλανδής, η οποία αν και δεν της φαινόταν με τίποτα τα κατάφερε, τις φάτσες ορισμένων εκ των βετεράνων που την πάλεψαν ως το τέλος, το «Χ» που είδα πάνω στο νούμερο 99 κοιτώντας τον πίνακα πίσω μου και κάτι που μου φώναξε η κοπέλα δίπλα μου, νομίζω «Last one ή κάτι σχετικό...
Το ήπια κι αυτό, και τερμάτισα μαζί με τους βετεράνους και την, πανέμορφη πλέον, Ιρλανδή, και αναμφισβήτητα Μούσα του Ζύθου! Μέσα σε μία ώρα και εκατό σφηνοπότηρα μπύρας -έντεκα και κάτι μπουκάλια Amstel των 500ml- o «Σκοπός» είχε επιτευχθεί! Έπαθλο και αποδεικτικό, ως άλλη προβιά λέοντος, ένα μπλουζάκι και μια Desperados(δεν είχε Corona)... Είχαμε βάλει στοίχημα, βλέπετε, με το Γιώργο, ότι ο χαμένος θα κερνούσε μπύρα!



02 August 2007

Greek Ecommandos

Ναι Ελληνες, μπορούμε επιτέλους να ξυνόμαστε ήσυχοι!



Οι ΑgroSecuritαδες είναι εδώ!
Για κάθε τζομπάνη που ‘χασε τ’ αρνιί τ’...
Για κάθε κτηνοτρόφο που του ‘κλεψαν το γρουν...
Για κάθε τσιφλικά που του ‘φαγαν τη γη...
Οι Οικολογικοί Μπάτσοι είναι ready του serve and protect!
Σε κάθε πουρνάρι που απειλείται, σε κάθε πεύκο που κόβεται...
Σε κάθε ποτάμι που βρωμίζεται, σε κάθε λίμνη που μολύνεται ...
Σε κάθε παραλία που clubαδιάζεται, σε κάθε λουόμενο που ουρεί χύμα στου κύμα...
Τα γεροντοπαλίκαρα του Μητσοτάκη φουνάζουν, βρουντερά, «ΠΑΡΩΝ»!
Οπου οι πρεζέμποροι καραδοκούν...
Οταν οι αμφορείς κρυφοπουλιούνται...
Εκεί που η παρανομία παίρνει τα βουνά...
Οι Εcommandos μας υψώνουν ανάστημα!

Εκπαιδευμένοι στις ζούγκλες της Κολομβίας, σκληραγωγημένοι στα υψίπεδα του Αφγανιστάν, ευαισθητοποιημένοι στα βάθη του Αμαζονίου, οι άντρες της ΕΛ.ΑΓΡ. δεν μασάν τ’ αρχίδια τς!
Εχοντας μαθητεύσει πλάι στην αφρόκρεμα της Scotland Yard, όντας πιο ‘κολόγοι κι απ’ ακτιβιστή της Greanpeace που έκαψε τη βιζόν της μάνας του, ξεπερνώντας σε επιχειρησιακή ικανότητα ακόμα και την CIA και, πάνω απ’ όλα, με την πείρα και την σοφία των γηρατειών, τα καμάρια της ΑGROSECURITY μαμούν κι δέρνουν!
Τέλος τ’ αδέσποτ’ αρνιά, τα κλεψιμέϊκα κι οι ‘κουπεδουφάγοι.
Τέλος τα τσουρουφλισμένα δάση, τ’ άστεγα αρκούδια και οι ξεροψημένες χελώνες.
Τέλος τα ληγμένα και το λαθρεμπόριο!
They are here του stay!

υ.γ: Οι Royal Marines επιλέχθηκαν χάριν παραφωνίας.