04 December 2014

Ή με τη Ζωή, ή με την Εξουσία



Εσάς που ταλαντεύεστε με ολοένα και πιο όμοιες κινήσεις μες τα θνητά κελιά σας, δεν σας λυπάμαι πια.

Εσάς που κλείνετε τις θύρες τους, για σας, ερμητικά, που στήνετε τ' ατσαλένια κάγκελά τους ορθολογικά, κι ολοένα πιο πυκνά, σε σειρά, όλο και πιο κανονικά κι ανάλογα με φθίνοντα μυαλά, δεν σας λυπάμαι πια.

Εσάς που τους αποδιώχνετε κάθε φορά που σας γνέφουν προς σημεία φωτεινά μες στα ατέρμονα σκοτάδια, που τους μειώνετε αυτάρεσκα όταν σας δείχνουν πιο πολλά, που τους ζητάτε ακόμα μέσα στη γελοιότητά σας να σας δείξουν έναν δρόμο, έναν τρόπο κι ένα νόημα για την άπειρή σας ύπαρξη και τις άπειρες πιθανές ακολουθίες των γεγονότων του χρόνου της, δεν σας λυπάμαι πια.

Εκείνους τους άλλους λυπάμαι, που εξευτελίζετε με την βλακεία σας συχνά, που απαξιώνετε μέσα στην ηλιθιότητά σας μαζοχιστικά, που σκοτώνετε με τη δειλία σας καθημερινά. Εκείνους λυπάμαι τώρα πια.

Εκείνους που δεν χωρούν στον ανεξέταστό σας βίο, όπου ακρωτηριάζετε τις έννοιες και ξεφορτώνεστε τα ονόματά τους σαν έρχονται να σας υπενθυμίσουν ότι ποτέ δεν αρκεί να μοιάζεις με άνθρωπο για να βιώσεις την υπόσταση, τη φύση, την αξιοπρέπεια ενός πραγματικά συνειδητοποιημένου όντος που τείνει με όλο του το είναι προς την ελευθερία που ορίζει και διαισθάνεται, που πέρα και πάνω από κάθε είδους εξουσιαστές γίνεται αέναα το μέτρο και το νόημα όλων, μέσα σ' ένα σύμπαν που γίνεται μάταιο για όσους και όσες, όπως εσείς, τείνουν να εμμένουν σ' έναν δρόμο, έναν τρόπο κι ένα νόημα, θάβοντας μέσα στη ματαιοδοξία τους όλες τις άλλες τους ατραπούς προς το μέλλον. Για εκείνους λυπάμαι πλέον, δίπλα σ' εκείνους στέκομαι.

Για εκείνους κλαίω, και για μένα, και κάθε έναν, καθε μία σαν κι εμένα, που δεν συνυπάρχουμε μ' εκείνους αλλά με σας, τους μικρότερους, λιγότερους, ευτελέστερους εαυτούς σας.

Και αν είμαστε η ύλη που απέκτησε συνείδηση του εαυτού και του κόσμου της, όταν η διαδρομή της που ονομάζουμε ζωή τελειώνει και έρχεται η ώρα του θανάτου και της αποσύνθεσης, είναι αυτό το κάτι που χάνεται που αξίζει ό,τι αξίζει, αυτό που μόναχα οι ανόητοι, οι κυνικοί, οι δειλοί οι ηλίθιοι και οι βλάκες σπεύδουν να σκοτώσουν πρόωρα, αυτοκτονώντας με την πλέον ουσιαστική σημασία της λέξης.

Από τον κόσμο τέτοιων ανθρώπων, τον τόσο απελπιστικά φτηνό και ψεύτικο, δεν θέλω τίποτα. "Στάχτη" θα γίνει κάποτε, του είναι "γραφτός ο δρόμος της συντριβής" και όλοι εσείς αυτού του κόσμου συντηρείτε μάταια βλακώδεις αυταπάτες.

Σε χρόνο άγνωστο θα συντριβεί, θα συνθλιβεί εκεί που δεν θα χωρέσει, θα υπάρχει πλέον μόνο σαν ένα κεφάλαιο της Ιστορίας του ανθρώπινου είδους, αυτό με το αστείο που η συντριπτική -κυριολεκτικά- πλειονότητα δεν έχει ακόμα καταλάβει, θα ξεμείνει στο παρελθόν όταν νέα μάτια και αυτιά, ζωντανές καρδιές και ατίθασα μυαλά, θα στραφούν ξανά προς ένα άγνωστο, άγραφο μέλλον, αναζητώντας ειλικρινά τρόπους και δρόμους προς έναν κόσμο πιο αληθινό από αυτόν που τους φορτώσανε.

Αυτόν που αυθαιρετώντας μια φορά τα γέννησε, και μέσα στην πλέον καταστροφική υπερβολή, μέσα στην μεγαλύτερη ύβρη που μπορώ να ορίσω, αυθαιρετεί και δεύτερη φορά εξουσιάζοντάς τα μέσα στις τόσο αυταρχικές και απολυταρχικές, όσο και δειλές και βλακώδεις κοινωνίες του. Αυτές τις κατάφωρα άδικες κοινωνίες, με την τόσο στρεβλή και ελλιπή συνείδηση της πρώτης αυθαιρεσίας που αναπόφευκτα θα βαραίνει πάντα την ύπαρξη κάθε αυτοβούλως αναπαραγόμενου όντος.

Τις κοινωνίες αυτές που έρχονται πότε με θεϊκές εντολές, πότε με αυθαίρετα, ανυπόστατα κοινωνικά συμβόλαια ανάμεσα σε γεννημένους και αγέννητους και πάντα με ωμή βία όταν οι δεύτεροι τα αψηφήσουν, να τα υποχρεώσουν να ζήσουν με τους δικούς τους τρόπους, ήθη και νόμους.

Αυτές που, αδίστακτα εκεί που γίνεται συνειδητά, ανόητα εκεί που γίνεται ασυνείδητα, και σε κάθε περίπτωση βλακωδώς, τα υποχρεώνουν να πληρώσουν με τη ζωή τους - αυτή που τους δίνουν μέσα στην ανοησία, τη βλακεία και τη γελοιότητά τους ως χρέος και όχι ως δώρο- τις επιταγές των φαύλων κύκλων της δεύτερης αυθαιρεσίας τους, της Εξουσίας, οι οποίες τα θέλουν να μπουσουλάνε σαν βρέφη μέσα στην ανωριμότητα του "πολιτισμού" τους, να σέρνονται προς τέρψη του "μεγαλείου" τους, που εξακολουθούν να το μετράνε με τα δικά τους αυθαίρετα μέτρα -αδυνατώντας να τα αναγνωρίσουν ως τέτοια-, πότε σε κέρματα, πότε σε καθαρή ισχύ και πάντα μέσω της αντίθεσης μέσα σε κλίμακες και ιεραρχίες, που τα θέλουν να εμμένουν, ακόμα και ως συνειδητά βλάκες αν χρειαστεί, σε όλα όσα τους συντηρούν, τους τρέφουν και τους αναπαράγουν, που τα θέλουν να ξοδεύουν την μόνη ουσιαστικά περιουσία τους, τον χρόνο τους, αναπαράγοντας την εκάστοτε κανονικότητά μέσα στην οποία αναλώνονται.

Το ύστατο ερώτημα στο οποίο θα επιστρέφει ατέρμονα κάθε ον με συνείδηση της ύπαρξής του θα παραμένει ίδιο για όσους και όσες ξυπνάνε από τον εκάστοτε λήθαργό τους. Ύπαρξη ή ανυπαρξία - ύπαρξη ή αυτοκτονία. Ενώπιον αυτού θα βρίσκεται κάθε άνθρωπος, αυτή είναι η πραγματικότητα. Για όσο η απάντηση θα είναι "ύπαρξη", το ερώτημα του τρόπου με τον οποίο θα υπάρξει κανείς, των δρόμων που θα ακολουθήσει και των νοημάτων που θα της προσδώσει θα παραμένει ανοιχτό, και θα είναι πάντα οι εκάστοτε επίδοξοι εξουσιαστές που θα παρουσιάζονται με απόλυτες απαντήσεις, με δόγματα και ολοκληρωτισμούς, με ψεύδη και βία εκεί που αυτά αναπόφευκτα θα καταρρέουν.

Η συνέχιση της ζωής εκ των πραγμάτων απαιτεί να απαντήσουμε στο πρώτο ερώτημα αυθαίρετα για λογαριασμό αγέννητων ανθρώπων, να γίνουμε υπαίτιοι για την ύπαρξή τους. Ο βαθμός της υπευθυνότητας για τη ζωή τους και ό,τι αυτή φέρει, θα παραμένει ο σημαντικότερος, κατά τη γνώμη μου, δείκτης της αξίας τόσο του ατόμου όσο και της κοινωνίας του, σε μία σχέση άρρηκτη. Η όποια ευθύνη δεν μπορεί να ανατεθεί χωρίς να αρχίσουμε να ρέπουμε προς την απανθρωπιά, τη βλακεία και τη γελοιότητα.

Η Εξουσία θα είναι πάντα η δεύτερη αυθαιρεσία. Ο πόλεμος ενάντια σε κάθε μορφή της και η αέναη, διαρκής αναχαίτιση της τάσης προς αυτήν, από όπου και αν προέρχεται, είναι, και θα παραμένει για όσο υπάρχουν άνθρωποι, το ελάχιστο χρέος προς τις επόμενες γενιές, κάθε ενός και κάθε μίας που φέρνει στον κόσμο Ζωή αυτοβούλως, ως ον με συνείδηση του εαυτού του και των ενεργειών του, για την πρώτη αυθαιρεσία που Αυτή προϋποθέτει.

Βάσει αυτής της συνειδητοποίησης, θεωρώ πως η Εξουσία που έρχεται με τα εργαλεία της να επιβάλλει τον τρόπο και τον σκοπό με τον οποίο θα ζήσει ο άνθρωπος, και το κάθε ον, αποτελεί την υπέρτατη υπερβολή, την ύψιστη ύβρη απέναντι στη Ζωή, αυτή που χωρίς ελευθερία, αγάπη, υπευθυνότητα, δικαιοσύνη, ειλικρίνεια, αλληλεγγύη, συναίνεση και κάθε άλλη αντίρροπη, στον όποιο βαθμό, προς τον εξουσιασμό τάση, θα ρέπει αναπόφευκτα προς την απαξίωση, την αυτοματοποίηση και την απονοηματοδότηση, θα υποβαθμίζεται τελικά σε επιβίωση μέσα σε κόσμους και κοινωνίες σαν κι αυτήν που έφερε στο σήμερα η σύντομη ιστορία του ανθρώπινου είδους.

Ως κοινωνικά όντα θα ερχόμαστε διαρκώς αντιμέτωποι με την έννοια, τον επιτρεπτό σε αυτό το σύμπαν τρόπο που ονομάζουμε Εξουσία, και αυτή προϋποθέτει πάντα τόσο εξουσιαστές, όσο και εξουσιαζόμενους. Θα παρουσιάζεται σε όλους μας διαρκώς δίπλα σε αυτήν της δειλίας και του φόβου, της ματαιότητας και της απαξίωσης, μέσα στον κυνισμό και την ανοησία ενός βίου ανεξέταστου που θα σπέρνει και θα θερίζει βλακεία, θα τείνει να γίνεται γελοίος μέχρι να μην υπάρχει κανείς να αναγνωρίσει την γελοιότητα, με εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους εγκλωβισμένους σε μία σπείρα εσωστρεφή, με τους πρώτους να τείνουν να καταστήσουν τους δεύτερους ολοένα και ευκολότερα χειραγωγίσιμους και ελεγχόμενους και τους τελευταίους να καθίστανται ολοένα και ευκολότερα θύματα των πρώτων, από τους οποίους θα απαιτείται όλο και μικρότερη προσπάθεια για να επιβληθούν, και την κοινωνία σαν σύνολο να φθίνει μαζί τους, να συρρικνώνεται σε αξία ανάλογα με την προσπάθειά τους. Όπως το φίδι που τρέφεται με την ουρά του.

Ο Νίκος Ρωμανός, για την πορεία της ζωής του οποίου είναι υπαίτια, υπόλογη και κάθε άλλο παρά υπεύθυνη ακόμα αυτή η κοινωνία, αυτός ο κόσμος, και η Εξουσία που ενεργά ή παθητικά συντηρεί και αναπαράγει, εξαναγκάστηκε από το Κράτος και τη Βία του, για μερικές ανάσες ελευθερίας, για μερικές ώρες ανάμεσα σε ανθρώπους - ανθρώπους της ηλικίας του, για μερικές στιγμές εκτός του τάφου υψίστης ασφαλείας που έρχεται σύντομα για αυτόν και κάθε άνθρωπο που σαν κι αυτόν δεν δέχεται απλά να επιβιώσει, να αποφασίσει πάνω σε ένα δίλημμα που αφορά την ίδια την αξία της ανθρώπινης συνείδησης, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ανθρώπινης ζωής.

Για να υποχωρήσει έπρεπε να σκοτώσει τη συνείδησή του, την ακεραιότητά της και την αξιοπρέπεια που πηγάζει από αυτήν, το ίδιο το νόημα με το οποίο επέλεξε να προσδώσει αξία στη ζωή του, τον ίδιο του τον εαυτό. Ο Νίκος Ρωμανός αποφάσισε να μην αυτοκτονήσει πρόωρα, αποφάσισε να πεθάνει.

Την επιβίωση την στέλνει, μαζί με τους θιασώτες της, στα τσακίδια. Και αν πλέον η έμπρακτη εναντίωση στη διπλή αυτή αυθαιρεσία και τις καταστροφικές της συνέπειες είναι ο αγώνας και το πρόταγμα μόνο των αναρχικών, έχω επίγνωση πως αν δεν συνταχθώ ολόψυχα μαζί τους στο σήμερα και το ατελείωτο τώρα, εναντιώνομαι στον μεγαλύτερο εαυτό μου που όρισα και στις γενιές που πιστεύω, που θέλω να εξακολουθώ να πιστεύω ότι θα έρθουν, όπως ο Νίκος, να στείλουν αυτόν τον κόσμο στα τσακίδια.

Ή με τη Ζωή, ή με την Εξουσία, ατέρμονη προσπάθεια για την Αναρχία.



"Είναι κι αυτή που συναντάται ως συγκρατούμενη συχνά,
και πιο συχνά μες τα κελιά που πιο ελεύθερα μακριά της δημιουργούνται.
Σ’ εκείνα που για να μας χωρέσουν και τους δυο στενάζουν ακατάπαυστα μαζί μας,
πιο έντονα το πάθος μας, τον ανεκπλήρωτο έρωτά μας βιώνουμε.

Είναι εκείνη που παραμένει πάντα εκεί, πάντα δίπλα μας,
πιστά απόμακρη, και άπιαστη και ψεύτρα.
Και πάντα πιο δική μας, όσο στη ματιά της αναζητούμε ειλικρινώς το αληθινό, το πιο αληθινό,
όσο βυθιζόμαστε, τυφλοί, στο έρεβος του εκτυφλωτικά άπειρου βλέμματός της.

Είναι κι εκείνη που συναντάται ως συγκρατούμενη συχνά,
και πιο συχνά μες τα κελιά που πιο ελεύθερα κοντά της δημιουργούμε.
Σ' αυτά που για να μας χωρέσουν και τους δυο όλο διαστέλλονται,
πιο έντονα το πάθος μας, τον αμοιβαίο έρωτά μας, βιώνουμε.

Είναι εκείνη, αυτή που φεύγει κι επιστρέφει,
σ’ εκείνα τα κελιά που όσο κι αν μεγαλώσουμε, μεγαλύτερα θα παραμένουν,
σ’ αυτά που μέσα τους μικρότεροι, ατέρμονα θα προσπερνάμε μεγαλύτερους εαυτούς,
εκείνους που θα 'ρχονται να μας ξανακάνουν νέους, να μας προσδώσουν πάθος μεγαλύτερο
εκείνων.

Είναι εκείνη που φέρεις όταν αναζητάς έναν άλλο τρόπο για να υπάρξεις,
αυτή που βιώνεις βιώνοντάς τον, εκείνη που χάνεις για όσο εμμένεις σ' αυτόν.
Θα είναι πάντα εκείνη, αυτή που ακόμα θα μπορούμε να ερωτευόμαστε.
Εκείνη, η παντοτινή άλλη - αυτή, η αέναα ιδιάζουσα.

Η άνευ αρχής, η άνευ τέλους.
Η ωραιότερη όλων."

στο Νίκο, τον ωραίο.


19 July 2014

Οι απόλυτοι τρομοκράτες και η τρομοκρατία του απόλυτου

 Ποιός είναι αυτός ο «μέσος καθημερινός άνθρωπος», τον τρόμο του οποίου επικαλούνται οι πολέμιοι των "τρομοκρατών" του; Ποιός είναι εκείνος ο «μέσος καθημερινός άνθρωπος» που τρομοκρατεί τους "τρομοκράτες" του; Ποιός είναι ο κόσμος που τον γεννά, ποιό είναι το φαντασιακό που τον δημιουργεί, ποιά είναι η κοινωνία που μέσα της αναπαράγεται;

 Το απαξιωτικό για την ανθρώπινη ζωή, και κάθε συνειδητή ύπαρξη, ιδεολόγημα του "μέσου καθημερινού ανθρώπου" συντηρείται μέσα από την ιδέα του ακατάληπτου, και ως τέτοιο ανεπίτευκτου, απόλυτου -κάποιου "Αγαθού" κατά κάποιους σοφούς προγόνους του είδους, κάποιου καθ’ εικόνα και ομοίωσή μας υπέρτατου όντος κατά άλλους- βάσει του οποίου, ή της βούλησης αυτού, ορίζονται το ζενίθ και το ναδίρ, το ιδεώδες και το ποταπό, το άξιο και το ανάξιο, το καλό και το κακό, το do και το don't.

 Και διορίζονται αυτές οι συμπληγάδες, αυτές οι ανθρώπινες παρωπίδες, αυτοί οι θεσμοί της εκάστοτε κανονικότητας, δήμιοι κάθε συνείδησης που μπορεί -που θέλει να γίνεται και να παραμένει το υποκείμενο που μπορεί- να διευρύνει τον κύκλο της στη διαδρομή της κάπου ανάμεσα στην ιδεατή και την υλική πλευρά της εκάστοτε πραγματικότητας. Κάθε συνείδησης που δεν της αρκεί τίποτα λιγότερο από τον διαρκή, ανεκπλήρωτο έρωτα των αέναα ανοιχτών ερωτημάτων, του πάθους των προσωρινών απαντήσεων που ως τέτοιες σε ξαναβγάζουν στο δρόμο της αναζήτησης και της πραγμάτωσης του πιθανού. Κάθε συνείδησης που αποφεύγει με κάθε τρόπο και μέσο να γίνει αυτή που θα μπορεί να υπάρχει χωρίς να εξελίσσεται, χωρίς να διευρύνεται, χωρίς να αγαπά το δυσκολότερο, το διαφορετικό, χωρίς να προσπαθεί ακατάπαυστα να ταλαντεύεται και να ισορροπεί μέσα στο άπειρο τώρα και εδώ, αναζητώντας το μέλλον ως άρρητο μέσα σε ένα σύμπαν που δεν προβλέπει τίποτα για τα όντα που αποκτούν συνείδηση.

 Είναι πρωτίστως δειλοί, εκείνοι που συντηρούν τους εαυτούς τους ως εχθρούς κάθε συνείδησης που αναγνωρίζει μέσα της μια σπείρα, που την προτιμά διευρυνόμενη, που την συντηρεί ως τέτοια όσο μπορεί και όσο θέλει για να εμπλουτίσει τη ζωή της -το χρονικό διάστημα που η ύλη αποκτά συνείδηση- και τη ζωή όλων εκείνων των συνειδήσεων με τις οποίες συνυπάρχει, διαρρηγνύοντας ατέρμονα τους φαύλους κύκλους που φέρουν όσοι προτιμούν την ασφάλεια και την ησυχία των εμμονών τους.

 Εκείνων που καταλήγουν να αναγάγουν τη δειλία σε ύψιστη αξία, στο τρομερότερο βίτσιο όλων, που θέλουν να τους εξουσιάζει σε βαθμό εκθετικό, αναζητώντας μάταια κορύφωση μέσα σε τάσεις αφαιρετικά κι αφηρημένα ολοκληρωτικές, και αναπόφευκτα ανολοκλήρωτους ολοκληρωτισμούς. Αυτήν που επιτάσσει γι' αυτούς την προβλεψιμότητα ενός ολοένα και πιο περιορισμένου και περιοριστικού φαντασιακού, όπως αυτά που συντηρεί η ιδεοληψία του ακατάληπτου απόλυτου, της απόλυτης ''Αλήθειας'' λιγότερων και λιγότερων υποκειμένων, που υπάρχουν λιγότερο και λιγότερο ως τέτοια και ολοένα και περισσότερο ως αντικείμενα του εκάστοτε φαντασιακού τους, του ίδιου τους του ειδώλου. Αντικείμενα του εν δυνάμει "Απόλυτου Εγώ" τους που νοηματοδοτεί την ύπαρξη τους μέσα από την ιδεοληψία της πιθανής ''απόλυτης'' αυτοπραγμάτωσης, μέσα στην οποία καθορίζονται δια της αντίθεσης, βάσει πάντα αυθαίρετων και περιορισμένων κριτηρίων, και όχι από τον ατέρμονο επανακαθορισμό τους μέσα από τάσεις αυτοκαθορισμού και αυτονόμησης προς μια αυτοπραγμάτωση ουσιαστική καθότι ανεπίτευκτη και έναν ανάλογο βίο.

 Έτσι προκύπτει και ο εγκλεισμός τους σε ένα φαίνεσθαι, στο οποίο τους καθηλώνει η κανονικότητα –το εκάστοτε τακτοποιημένο μπάχαλο- που δημιουργούν για να καλύψουν τη γύμνια της ύπαρξής τους. Εκεί που αρχίζουν να συντηρούν για τον εαυτό τους την ιδέα της φυσικής δύναμης, αυτής που ''αναπαράγεται'' και αναπαράγεται με κεκτημένη ταχύτητα, μέσα σε μια αιτιοκρατική αντίληψη όχι απλά μη υπολογίσιμων, αλλά μη μετρήσιμων πραγμάτων. Εκεί που το φαντασιακό καθίσταται ολοένα και πιο απίθανο να εκφράσει την πραγματικότητα, μεταβάλλοντας την μορφή της στο επίπεδο που το επιθυμεί το εκάστοτε υποκείμενό του, στο βαθμό που το έχει ανάγκη για να αυτοπραγματώνεται. Και χάνουν τον χρόνο που θα δημιουργούσαν αποδομώντας το, για να αναρωτηθούν και να αναρωτιώνται τί υπάρχει και τί λείπει, αυτοπραγματωνόμενοι διαρκώς ως το μέτρο όλων, εκείνο που δεν μπορεί παρά να συνειδητοποιήσει αναπόφευκτα πως δεν μπορεί να γίνει το μοναδικό μέτρο όλων -ο ''μικρός θεός'' που μπορεί να εκφράσει όλους τους υπόλοιπους-, πως ταυτόχρονα δεν μπορεί παρά να προσπαθεί προς αυτό για να εξελιχθεί ως κοινωνικό υποκείμενο, εξελίσσοντας και το σύνολο.

 "Αποκλείστε από τη ζωή σας ανθρώπους σαν τον Νίκο Μαζιώτη", ουρλιάζουν εκβιαστικά οι δειλοί και οι φοβισμένοι, καταδικάζοντας πλέον αρχές, ιδέες και πολιτικά φρονήματα και προτάγματα στο πρόσωπο αυτού και αμέτρητων άλλων. Καταδικάζοντας τις παραλλαγές του εαυτού τους που καθίστανται σταδιακά και οι μόνες που μπορούν να τους σώσουν από την βλακεία των εμμονών τους. "Το αυθαίρετο είναι δικό μας'', κραυγάζουν, ''το δημιουργήσαμε με πόνο, αίμα και ιδρώτα -πότε δικό μας, πότε άλλων-, με χρόνο. Το κανονικοποιήσαμε και έγινε πια το φαίνεσθαι κυρίαρχο κομμάτι του είναι μας. Και γίναμε το Κράτος και η Βία, η Κυριολεξία και η κυρίαρχη Αφήγηση και Ιδεολογία, η Εξουσία."

 Είναι πρώτοι οι δειλοί που σπεύδουν να γίνουν τα υποκείμενα του φαντασιακού του ακατάληπτου, ανεκπλήρωτου απόλυτου, το οποίο ρέπει αναπόφευκτα προς την αποσύνθεση και την κατάρρευσή του, εκεί που τα υποκείμενά του, αυτά που το δημιουργούν, τείνουν να γίνονται ολοένα και περισσότερο αντικείμενά του, και έτσι όλο και πιο όμοια, και πιο φτωχά, και σε σχέση με το πιθανό, που μαζί τους απειρίζει, λίγα μέσα στην άγνοιά τους που διογκώνεται- την πάντα υπαρκτή που δεν δέχεται κεφαλαίο από κανέναν. Αυτά που καταλήγουν λιγότερα τελικά ακόμα και από εκείνα που αρχικά ήταν όταν δημιούργησαν το φαντασιακό αυτό που συνεχίζει να τα στρεβλώνει και να τα μειώνει καθώς αναπαράγεται, καταναλώνοντας την θέλησή τους με αυξανόμενο ρυθμό.

 Και μαζί του δημιουργούνται και αναπαράγονται οι εξουσιαστικές σχέσεις κάθε μορφής και προέλευσης, συντηρούνται οι κατεστημένοι πυλώνες ισχύος, οι σαδομαζοχιστικής φύσης ιεραρχίες, οι εκάστοτε "αντικειμενικές" κλίμακες αξιολόγησης άπειρων, άρρητων όντων και οι πάντα αυθαίρετες διαδρομές και κατευθύνσεις της εκάστοτε ορθολογικής σκέψης.

 Το όποιο βάρος της αντινομίας και της αντίφασης που φέρει όποιος επιλέγει ως μέσο τη βία, όταν ως σκοπό χρήσης της ορίζει την εξόντωση της Εξουσίας, του Κράτους και της Βίας τους, θα εξακολουθεί να το φέρει για όσο θα θέλει να υπάρχει ως το υποκείμενο που δεν εξουσιάζεται από την υποκρισία, η οποία εκ των πραγμάτων θα τον απομακρύνει από την ουτοπία του, αυτή της ειλικρίνειας, της αλληλεγγύης και της ελευθερίας, της θεώρησης της ζωής ως ύπαρξη συνείδησης που μπορεί να τείνει προς την αυτονομία και τον αυτοκαθορισμό, που δύναται να αυτοκυβερνηθεί δημιουργώντας υπεύθυνα τον χώρο και τον χρόνο τους, και της νοηματοδότησής της ως τέτοιας.

 Οι εχθροί του Νίκου Μαζιώτη, και κάθε ενός που αγωνίζεται ενάντια στο πάντα βλακώδες εκάστοτε κατεστημένο, είναι πρώτα οι ίδιοι που εξουσιάζουν με κάθε τρόπο, βασίζοντας την ισχύ τους στις ιεραρχίες που συντηρεί το ιδεολόγημα του ακατάληπτου απόλυτου, βάσει του οποίου κάποιοι ξέρουν ''καλύτερα'', έχοντας πλησιάσει περισσότερο την απόλυτη, ακατάληπτη ''Αλήθεια''. Είναι οι ίδιοι που φτάνουν μέχρι και να σταματήσουν να αναρωτιούνται αν είναι βλάκες, πιστεύοντας, σχεδόν τελείως ανεξέταστα πλέον, πως μέσα στο φαντασιακό τους, αυτό που βρίσκεται εγγύτερα του απόλυτου, βρήκαν το εμβόλιο κατά της βλακείας. Έίναι αυτοί που αρχίζουν να αναλώνονται στον φορμαλισμό, στον τρόπο για να επιβάλλουν την όποια θέλησή τους, χάνοντας έτσι σταδιακά την ικανότητα να αποφεύγουν τους ακρωτηριασμούς της δυναμικής της ύπαρξής τους μέσα σε δογματισμούς και ολοκληρωτισμούς, τη δυνατότητα να την επανεξετάζουν διαρκώς. Είναι αυτοί που έτσι γίνονται περισσότερο βλάκες από τους υπόλοιπους με την πάροδο του χρόνου. Τα υποκείμενα που αυτοκτονούν εν αγνοία τους, σαν έντομα που προσελκύονται και εγκλωβίζονται από την εκάστοτε πηγή ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας...

 Δειλοί και υποκριτές είναι κι εκείνοι, και στο βαθμό που δεν το συνειδητοποιούν είναι και βλάκες, που σπεύδουν να καταδικάσουν αγωνιστές σαν τον Νίκο Μαζιώτη, συντασσόμενοι δόλια με την κυρίαρχη αφήγηση που διατείνεται πως καταδικάζει τη βία ''αδιακρίτως'', παραμένοντας ταυτοχρόνως φορείς της σε ανυπολόγιστα μεγαλύτερο βαθμό από εκείνους. Αγωνιστές σαν τον Μαζιώτη οι οποίοι στο τέλος της μέρας προσπαθούν να προστατεύσουν τους εαυτούς τους και τις κοινωνίες τους -μέσα σε μια θεώρηση της σχέσης αυτής ως άρρηκτης- από τις συνέπειες της ύπαρξης όσων χάνουν τον εαυτό τους, όσων εξακολουθούν να αναλώνονται μέσα στην αυθαίρετη κανονικότητα που τους κληρονόμησαν ως δύσβατο δρόμο προς το απόλυτο και τα ιδανικά του, και επακόλουθα τα εν τέλει ανούσια πρέπει του φαίνεσθαι που αυτή προϋποθέτει, και αναπαράγει για να αναπαράγεται.

 Η μετουσίωση του βλακώδους φαντασιακού του απόλυτου, το οποίο παγκοσμιοποιείται σήμερα ταχύτατα και που είναι τέτοιο καθώς βλάπτει και τα υποκείμενά του μετατρέποντάς τα σταδιακά σε αντικείμενά του, είναι έργο που αφορά πλέον το σύνολο των ανθρώπινων κοινωνιών και, όπως και κάθε ανθρώπινο έργο, πρωτίστως όσους φέρουν την ευθύνη της, και μαζί με αυτήν τα βάρη του εκάστοτε τρόπου που θα χρησιμοποιήσουν, με μέτρο τον εαυτό τους και τους άλλους, την κοινωνία τους και όχι κάποια ακατάληπτη απόλυτη σταθερά.

 Η βία που χρησιμοποιεί οποιοσδήποτε θέλει να γκρεμίσει το εκάστοτε πεπερασμένο φαντασιακό, που ρέπει εκ φύσεως προς την ολοκληρωτική εγκόλπωση και κανονικοποίηση της συνειδητής ύπαρξης, και τον κόσμο που εκείνο δημιουργεί και ο οποίος τον ωθεί σε αυτήν, μόνο μέσω της αντινομίας, της αντίφασης, της ανοησίας, της άγνοιας, της υποκρισίας και της βλακείας μπορεί να εξισωθεί με τη βία εκείνων που την χρησιμοποιούν για να συντηρήσουν το φαντασιακό που τους την επιτρέπει, σε κάθε της μορφή, που τους αφήνει να αναλωθούν σε αυτήν -ακρωτηριάζοντας και στρεβλώνοντας τον ίδιο τους τον εαυτό σε τελική ανάλυση- ενάντια σε κάθε άνθρωπο, σε κάθε παραλλαγή και μέτρο της συνείδησής τους που δεν χωρά στον ολοκληρωτισμό της βλακείας τους.

 Μπροστά στον ατελείωτο αγώνα για τη μετουσίωση της κοινωνίας του ακατάληπτου απόλυτου -της κοινωνίας της ανάθεσης της ευθύνης σε εκείνους τους εκάστοτε που ξέρουν, φαίνεται πως ξέρουν ή θα έπρεπε, σύμφωνα με την κυρίαρχη αφήγηση, να ξέρουν ''καλύτερα''-, σε μια κοινωνία με άπειρους ορίζοντες, ολοένα και πιο ελεύθερων, ολοένα και πιο διαφορετικών υποκειμένων, είμαστε όλοι σύντροφοι και συναγωνιστές, και η ευθύνη του καθενός για τους τρόπους και την διαδρομή του είναι πρώτα προσωπική, σε έναν κόσμο όπου τίποτα δεν ''αγιάζει'' τίποτα, τα ανθρώπινα είναι αυθαίρετα και το μέτρο όλων είναι ο άνθρωπος. Το βάρος της ευθύνης τους, όμως, δεν δύναται να μας σταματήσει κανείς από το να το μοιραστούμε ανάλογα με τις δυνατότητες της θέλησής μας. Η κοινωνία που θα μπορεί να καταδικάσει, όχι μόνο χωρίς υποκρισία, αλλά και χωρίς αντίφαση και αντινομία, την ένοπλη δράση ανθρώπων σαν τον Νίκο Μαζιώτη, είναι αυτή για την οποία αγωνίζονται αυτοί οι άνθρωποι. Αγωνίζονται για μια κοινωνία μέσα στην οποία δράσεις σαν τις δικές τους θα φαντάζουν εντελώς παράλογες και απρόκλητες, μέσα στην οποία δεν θα υπάρχει λόγος να καταφεύγουν σε τέτοιες δράσεις. Αγωνίζονται για την όποια καταδίκη τους, η οποία είναι τουλάχιστον κωμική, αν όχι γελοία, προερχόμενη από υποκείμενα κοινωνιών που αδυνατούν να συνειδητοποιήσουν την αυθαίρετη υπόσταση της δικαιοσύνης, και το πραγματικό της μεγαλείο ως τέτοιας εκεί που το βασικό πρόταγμά της γίνεται η συναίνεση.

 Σε αυτή τη θεώρηση, την πάντα ελλιπή, όπου το σύμπαν δεν προβλέπει τίποτα για τα όντα που αποκτούν συνείδηση και η ζωή γίνεται εκείνη που πρέπει να νοηματοδοτεί τον εαυτό της για να συνεχίζει να υπάρχει, η κατανόηση και η ανάληψη της ευθύνης που προκύπτει από αυτή, είναι μια από τις βασικότερες προϋποθέσεις για την ουσιαστική χειραφέτηση και απελευθέρωση των ανθρώπων από κάθε είδους και προέλευσης εξουσιαστές και πεπερασμένα φαντασιακά. Η ευθύνη τέτοιας ζωής - τέτοιων κοινωνιών και τέτοιων υποκειμένων - απειρίζει, και βαραίνει αποκλειστικά όλους όσους θέλουν να τη ζουν, να την εξελίσουν και να την αναπαράγουν.

 Απέναντι σε αυτήν, την πάντα αυθαίρετα διευρυνόμενη ευθύνη που απειρίζει μέσα στο μέλλον, οι αρχές με τις οποίες διαμορφώνει ο κάθε ένας και η κάθε μία από εμάς το υπαρκτό, οι αρχές από τις οποίες τείνει να προσεγγίζει το πιθανά υπαρκτό που αδιάκοπα απομακρύνεται μεταβαλλόμενο και ατέρμονα διαφοροποιείται εξεταζόμενο, πρέπει και αυτές με τη σειρά τους να επανεξετάζονται και να επανακαθορίζονται ακατάπαυστα προκειμένου να διατηρούμε πιο ελεύθερη, πιο ισχυρή την τάση μας προς τον αυτοκαθορισμό μέσα από την οποία μπορούμε να συνεχίζουμε να εξελισσόμαστε, μακριά από δόγματα και ολοκληρωτισμούς, ταλαντευόμενοι ακατάπαυστα μέσα σε ένα χωροχρονικό συνεχές όπου μέτρο όλων είναι οι συνειδήσεις που το βιώνουν, που προσπαθούν, που θυσιάζονται, που αγωνίζονται και αυτοκαταστρέφονται για να δημιουργήσουν ένα μέλλον αρκετά μεγάλο για να διαρρήξει το εκάστοτε παρόν.


   

11 July 2014

Seek it and seek it...



 Η δημοκρατία είναι ένας ακόμη επιτρεπτός τρόπος διαχείρισης και εξέλιξης της συνύπαρξης και κατ' επέκταση της αναπόφευκτης άμεσης και έμμεσης επιρροής της θέλησης του ατόμου επάνω στα υπόλοιπα άτομα ενός πληθυσμού καθώς και της επιρροής της θέλησης εκείνων επάνω σ’ αυτό μέσα σε έναν κύκλο φαινομενικά άρρηκτο. Τουλάχιστον μέχρι εκεί που φτάνει η δική μου λογική και ο ορισμός που αποδίδω στη λέξη "συνύπαρξη".

 Είναι ένας επιτρεπτός από το σύμπαν τρόπος, καθότι είναι σχετικά απίθανο να προκαλέσει, παραδείγματος χάριν, ανωμαλία στο χωροχρονικό συνεχές -πέραν της όποιας μεταβολής στην υλική και ιδεατή πλευρά της πραγματικότητας-, η τάση προς τον οποίο απειρίζει ως προς τις μορφές που μπορεί να λάβει. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία είναι μία ακόμη μορφή αυτής της τάσης που δημιουργείται κατά την επαφή συνειδήσεων με αυτόν, ενώ επιπλέον προς αυτήν την πιο περιορισμένη μορφή, κανείς δεν τείνει με τον ίδιο τρόπο και κατά την διάρκειά της κανείς δεν υπάρχει με τον ίδιο τρόπο.

 Βάσει την δικής μου, περιορισμένης σε δυνατότητες συνείδησης, η δημοκρατία είναι έννοια και λέξη, δηλαδή αντίληψη και ορισμός αυτού του επιτρεπτού τρόπου, και ως εκ τούτου είναι λογικά, και εικάζω αποδείξιμο και μαθηματικά(το "χοντραίνω" μιας και η λογική και ο ορθός λογισμός έχουν αρχίσει καιρό τώρα να μυρίζουν ολοένα και περισσότερο "μεσαίωνα") αδύνατο να γίνει αντιληπτή, ακόμη και από δύο μόνο διαφορετικά υποκείμενα, με τον ίδιο τρόπο. Πόσο δε μάλλον να συσχετιστεί όμοια -που μεταξύ άλλων προϋποθέτει και στον ίδιο χρόνο(εδώ με καλύπτει η θεωρία, έστω και τραβηγμένα εδώ που φτάσαμε, της σχετικότητας)- με τις υπόλοιπες τάσεις στην διαρκώς μεταβαλλόμενη κατάσταση ενός, ιστορικού μεταξύ άλλων, όντος με διαρκώς μεταβαλλόμενη συνείδηση και δη μέσα σε ένα χωροχρονικό συνεχές. Έτσι, αποτελεί λογικό επακόλουθο να παραμένει πάντα ανοιχτός ο ορισμός της και, κατ' επέκταση, η μορφή της.

 Έτσι όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ - ή αν θες όλο αυτό που συνιστά εκείνο που αυτή τη στιγμή ορίζω ως "εγώ" στην δεδομένα ελλιπή και περιορισμένη προσπάθειά μου, έχοντας υπ' όψιν μου το αδύνατο του να το ορίσω απόλυτα σε ένα σύμπαν όπου ακόμα και το μηδέν φαίνεται πως είναι αδύνατο να είναι, ή να παραμείνει, απόλυτο, η δημοκρατία ως τάση διαχείρισης της συνύπαρξης στο παρόν, και εξέλιξής της στο μέλλον, -συνύπαρξη η οποία επίσης τείνει στο άπειρο, ιδίως μέσα από την υποκειμενικότητα και την διαφοροποίηση που φέρει-, είναι υποσύνολο της ιδέας και του προτάγματος της αναρχίας, του εξίσου επιτρεπτού τρόπου όπου η τάση του ατόμου να επιβάλει τη θέλησή του όχι απλά προϋποθέτει, αλλά και προκύπτει από την απλή συνειδητοποίηση πως οι περιορισμοί που θα εισάγει, ή ακόμα περισσότερο θα επιβάλλει, η επίσης περιορισμένη του συνείδηση στα υπόλοιπα άτομα της κοινωνίας του, θα περιορίζουν αναπόφευκτα και το ίδιο το άτομο, μέσα στον φαινομενικά άρρηκτο κύκλο που προανέφερα και ο οποίος και θα παραμένει, εν συγκρίσει, μικρότερος, σε συστήματα όπου η τάση προς επιβολή της θέλησής του ατόμου -της ίδιας του της ύπαρξης ουσιαστικά- στα υπόλοιπα άτομα του περιβάλλοντός του τείνει να προκύπτει περισσότερο από την όποια κεκτημένη του ισχύ και λιγότερο από την συνειδητοποίηση της όποιας ευθύνης θέλει να αναλάβει, η οποία λογικά και φυσικά εκτείνεται μέχρι τον εαυτό του αλλά και πέρα από αυτόν, εκεί που το άτομο τείνει να απελευθερώνεται και από τον ίδιο του τον εαυτό, εξουσιάζοντας σε μεγαλύτερο βαθμό τις ίδιες τις έννοιες και τους επιτρεπτούς τρόπους, και διαμορφώνοντας έτσι πιο ελεύθερα την ίδια του την ύπαρξη και την όποια θέληση και πορεία της στον χώρο και τον χρόνο της, αναζητώντας ατέρμονα και ανυποχώρητα την ουτοπία της συναίνεσης, της συνεννοήσης, της πιο σύνθετης μορφής συνύπαρξης.

 Όπως καταλαβαίνετε, "αυτή" η δημοκρατία προσωπικά, τουλάχιστον, δεν μου αρκεί. Δεν μου αρκεί, όχι απλά επειδή θέλω να προσπαθώ να γίνομαι, να παραμένω και να εξελίσσομαι ως αναρχικός και πιο ελεύθερος -απ' ότι κάθε στιγμή με ορίζω- άνθρωπος, όν και συνείδηση, με την δημοκρατία να αποτελεί ένα ακόμη εργαλείο στην διάθεσή μου, όχι μόνο επειδή ως αντιπροσωπευτική δημοκρατία προκύπτει και βασίζεται περισσότερο από την κεκτημένη ισχύ, λιγότερο από την συνειδητοποίηση και ακόμα λιγότερο από την ανάληψη της ευθύνης από την κοινωνία των συνειδήσεων και κάθε άτομό της, στα οποία ανήκουμε όλοι ανεξαρτήτως ιδιοτήτων και δυνατοτήτων, αλλά γιατί ακόμα και ως τρόπος να τείνουμε προς τον επιτρεπτό τρόπο του καταμερισμού της ισχύος, είναι λιγότερο ισχυρή από ότι γίνεται να είναι μέσα από ένα σύστημα πιο άμεσης δημοκρατίας - δηλαδή ουσιαστικής δημοκρατίας και όχι εναλλασσόμενης ολιγαρχίας (φίλοι της ελευθερίας οι ολιγάρχες και οι φτηνοκράτες φίλε Κορνήλιε;). Από τη στιγμή, δε, που έχουν ήδη υπάρξει, και ακόμα χειρότερα υπάρχουν αυτήν ακριβώς τη στιγμή, μορφές άμεσης δημοκρατίας -τάσεις προς πιο άμεσες μορφές δημοκρατίας-, θεωρώ τον εαυτό μου ταπεινωμένο που "αυτή" είναι η "δημοκρατία" του εγγύτερου περιβάλλοντός μου και αναπόφευκτα αισθάνομαι υποδεέστερος, λιγότερος αυτού που θα μπορούσα να γίνω μέσα στον επίσης φαινομενικά άρρηκτο κύκλο όπου τα συστήματα, τα εργαλεία, εξελίσσουν τα υποκείμενα τους και αντιστρόφως, με την μεταβολή που προκύπτει να κυοφορεί το νέο, το κατ' εμένα περισσότερο, που μέχρι να υπάρξει μπορεί να οριστεί μόνο ως "πιθανά υπαρκτό".

 Και καθώς θεωρώ πως ο βαθμός της αναζήτησης, της εξέτασης και της προσπάθειας προς το πιθανά υπαρκτό όχι μόνο αναδεικνύει αλλά και διαμορφώνει την ποιότητα και το εύρος των συνειδήσεων των υποκειμένων της πολιτικής, των υποκειμένων που συνυπάρχουν, και αυτή με την σειρά της περιορίζεται σε ποιότητα και εύρος από εκείνα. Στα οποία αναπότρεπτα αν θέλω να υπάρχω σε αυτόν τον κόσμο, ανήκω και εγώ.

 Ίσως τελικά μπορούμε να έχουμε μόνο αυτό που αυθαίρετα αναλαμβάνουμε την ευθύνη της ύπαρξης και εξέλιξής του. Αυθαίρετα υπάρχουμε εξ’ αρχής, ούτως ή άλλως. Στην ύπαρξη την ίδια δεν υπάρχει απόλυτα ούτε αθωότητα, ούτε ενοχή. Είναι απαραίτητο, ωστόσο, να υπάρχει, να αναγνωρίζεται υπαιτιότητα και ευθύνη, για να υπάρχει και υποκειμενικότητα, και έτσι η τάση να αναγνωρίζουμε και να αναλαμβάνουμε το βάρος της ύπαρξης των πρώτων δύο, μας καθιστά περισσότερο υποκείμενα απ’ ότι αντικείμενα –τρόπων, εννοιών, τάσεων και μορφών, έμβιων και μη.

“And the great weariness shall not come to me from you, you men of the present.
 

Alas, whither shall I climb now with my longing? I look out from every mountain for fatherlands and motherlands. But nowhere have I found a home; I am unsettled in every city and I depart from every gate.
 

The men of the present, to whom my heart once drove me, are strange to me and a mockery; and I have been driven from fatherlands and motherlands.
 

So now I love only my children’s land, the undiscovered land in the furthest sea: I bid my sails seek it and seek it.
 

I will make amends to my children for being the child of my fathers: and to all the future - for this present!

Thus spoke Zarathustra.”

Friedrich Nietzsche

21 June 2014

Ποιάς ΑΕΚ το γήπεδο;

 Το αν πρέπει, και κυρίως το πώς, να απαντηθεί το χθεσινοβραδινό, και όλα όσα σήμανε, βρίσκει πάντα απάντηση στο υποκείμενο. Στο κάθε ένα άτομο που παίρνει τις όποιες ευθύνες πάνω του, που τις φέρει για όσο αντέχει, μπορεί και θέλει. Και δεν υπάρχει ευθύνη που δεν σου αναλογεί. Είναι λιγότερός σου -βασική συνειδητοποίηση αυτό για τον άνθρωπο- όποιος ισχυριστεί το αντίθετο, ομοίως κι ο εαυτός σου, όσο "ισχυρός" κι αν φαίνεται αρχικά ή στιγμιαία, ο ισχυρισμός του.

 Το χθεσινοβραδινό είναι μια γεύση από ζούγκλα στα πιο "ανθρωπινά" της, ο άνθρωπος που επιστρέφει, ενίοτε με δόλο, που φέρνει τον εαυτό του σε καταστάσεις όπου αφήνεται και επιστρατεύει τα πλέον βασικά "εργαλεία" επιβίωσης που διαθέτει. Πες τα ένστικτα, πες τα συνήθειες που δεν κόβονται, πες τα αρχέγονες ιδέες, καύλες, γούστα, βίτσια, καφρίλα και "αντε γαμηθείτε", και λίγα θα λες. "Αυτά ξέρει, αυτά κάνει", "τόσο του κόβει" που έλεγαν οι βλάκες και οι ανόητοι της ζωής του. Και αν πρέπει να ντρέπεται γι' αυτό, σου λέω κι εγώ, μαζί στην ντροπή του πρέπει να ακολουθούν όσοι θέλουν να αναλάβουν την ευθύνη που κάποιοι δεν ανέλαβαν, την ευθύνη να του δείξουν περισσότερα - και καιρός είναι μεταξύ αυτών να είναι και κάποιοι από τους "φταίχτες", θύματα με τη σειρά τους παλαιότερων "αμαρτωλών". Κάποιοι που δεν του έμαθαν πρωτίστως, πως πάντα -μα πάντα- γίνεται κι αλλιώς, υπάρχει -και μπορεί να υπάρξει- περισσότερο εκεί έξω - πολύ περισσότερο από όσο μπορεί να φανταστεί σε μια ζωή οποιοσδήποτε, ιδίως σε μια τέτοια ζωή πουτάνα και μπάχαλο. Τόσο πουτάνα και τόσο μπάχαλο που συνήθισαμε πια κάποιοι, πως "συνηθίζονται αυτά". Και πάνε και πιο βαθιά νύχτες σαν την χθεσινοβραδινή.

Αυτός ο κάποιος που περιγράφω, ο αιώνιος κανένας, ο ένας από μας και ποτέ εμείς, δεν υπάρχει. Δεν μπορώ να αξιώσω ούτε καν πως η περιγραφή είναι ελλιπής χωρίς αμετροέπεια. Παραμένει και το γεγονός πως την "φάση" δεν την είδα. Αναζητώ εκείνον και την ιστορία του για να καταλάβω την περιγραφή άλλων. Ίσως να είναι και έτσι, ίσως να είναι ισχνή μειονότητα ανάμεσά τους, ίσως να ήταν αυτός που έπρεπε να πιεί και να "πιεί" για να πάει. Αυτός ξέρει, όποιος κι αν είναι, εγώ ιχνηλατώ.

 Ίσως να είναι και εκείνος που του έδωσαν κάποιοι, κάποτε μια ομάδα, σαν ιδιαίτερη πατρίδα, ας την πούμε, να θυμάται και να εξοργίζεται, να εξοργίζεται για να θυμάται. Και με τον καιρό, αυτό το αιώνιο παιδί προσφύγων, πάντα γηγενών, δεν θυμόταν, κι εξοργιζόταν που δεν θυμόταν. Κι ύστερα κουραζόταν από το βάρος του να προσπαθεί να θυμάται, κι εξοργιζόταν περισσότερο που "έπρεπε" να θυμάται, με "πρέπει" που έβρισκε μεγαλύτερο αντίκρυσμα και αξία σε άλλους. Κι όταν καταλάβαινε λίγο το παιχνίδι, σε τυχαίες φάσεις ίσως που μυρίστηκε το γκολ, έβλεπε στο τέρμα το ανεκπλήρωτο. Για κάποιους, που κουβαλά ακόμα μέσα του, η ανεκπλήρωτη "επιστροφή". Σε εισαγωγικά γιατί την ιδιαίτερη λέξη τους δεν την ξέρω, και τα μέρη από τα οποία προσεγγίζονται οι έννοιες και οι λέξεις σαν τις πατρίδες είναι, ιδιαίτερα χώματα, και όχι λιγότερο ματωμένα.

 Γι' αυτόν, αυτόν που μας διαφεύγει, όμως, το ανεκπλήρωτο είναι η ζωή του η ίδια, τώρα και εδώ. Ό,τι και αν σημαίνει για εκείνον, κάθε στιγμή, αυτό.

 Και στο τώρα και το εδώ, μπορεί να είναι για εκείνον διόλου λίγο το γαμημένο το γήπεδο που κι αυτό αναβάλλεται με φτηνά τεχνάσματα από φτηνούς ανθρώπους - και απομακρύνεται πέραν του ελέγχου του, και διογκώνεται εκεί μαζί με όλα τα άλλα της ζωής του που παίρνουν εδώ και χρόνια αναβολή για άλλο χρόνο και κατάσταση. Γιατί η μπάλα για εκείνον δεν είναι "σαν τη ζωή", αυτό είναι πλεονασμός. Η μπάλα είναι ζωή, και για εκείνον φαίνεται να είναι το κέντρο της ύπαρξής του - πείτε ό,τι θέλετε. Ένας τρόπος ζωής που μπορεί να τον κάνει, εκείνος, τον πιο σημαντικό, αν έτσι το θελήσει, γιατί γεννήθηκε και μεγάλωσε μέσα σ' αυτόν, και μέσα από αυτόν, και τον ξέρει καλά - είναι δικός του. Και βαθιά ξέρει, ξέρει ότι δεν μπορεί να τον κάνει ποτέ τον μόνο του δρόμο. Αλλά ως μοναδική διέξοδός του, που δεν μπορεί να την αφήσει και να παραμείνει εκείνος, ο ίδιος που δεν θέλει στην τελική να αλλάξει, τον ωθεί περισσότερο προς την υπερβολή καθώς όλα, γι' αυτόν που έτσι υπάρχει, καταρρέουν πάνω της.  Κι έρχονται τα βίτσια και τα γούστα μαζί της, με τα σπασμένα, αναπόφευκτα, και τα δεκανίκια κάθε είδους και καιρού.

Του έμαθαν να πηγαίνει να "ξεσπά" -όπως σπεύδουν να πουν οι βλάκες πρώτοι, κι οι ανόητοι της ζωής του- "για την ανικανότητά του" που τρέχουν να αποκληρώσουν με το που την ξεστομίζουν, αφού πρώτα τον παρέδωσαν αυτοί, οι πρώτοι ανίκανοι, στον κάθε βλάκα και ανόητο εκεί έξω που έβαλε κατά καιρούς χέρι στο όποιο "ιερό" του, στο αντικείμενο που έδωσε από το χρόνο και το είναι του, χειραγωγώντας εν τέλει και αυτόν, τον όποιο ιδιαίτερο εαυτό αξίωσε με τα χρόνια για την ομάδα, για την ιδέα, για τον σύνδεσμο, για τους δικούς του και τη ζωή του - ό,τι και αν αυτά για εκείνον σημαίνουν και κουβαλούν.

 Και κουκουλώνουν, οι ανόητοι κι οι βλάκες της μαντρωμένης του ζωής, με ξεφτισμένο μουσαμά την αδικία που κουβαλά, και δεν έρχεται μόνο από το παρελθόν τους, αλλά και από το δικό του παρελθόν, και γίνεται πιο βαριά από το μέλλον του που είναι, και θα έπρεπε να είναι, μεγαλύτερο από το δικό τους, μεγαλύτερο με το δικό τους. Η σπουδαιότερη πατρίδα, και αν δεν το ξέρει, ας το μάθει, κι οι βλάκες κι οι ανόητοι μαζί, είναι πάντα το εδώ του και το τώρα του, εδώ που φτάνει το παρελθόν, τώρα που ξεκινά το μέλλον. Εδώ που καταρρέουν αυτά που θυμάται, κι αυτά που ονειρεύεται, αυτά που γουστάρει και αυτά που φοβάται, αυτά που συνάντησε και αυτά που θα βρει, ή θα τον βρουν. Αυτά που θα αξιώσει και θα σταθεί άξιος απέναντί τους, ή όχι. Αυτά των οποίων την ευθύνη θα αναλάβει για να υπάρξουν.

Ας ξεχωρίσει τη θέση του ο φίλαθλος, οι οπαδός και ακόμα και ο πιο μεγάλος κανίβαλος της ΑΕΚ, από ακόμα έναν ιδιοκτήτη και μια πολιτεία που ακόμα μια φορά θα την λερώσουν με τα βρώμικα χέρια τους. Ας σταθούν μαζί με εκείνους που τους την παρέδωσαν όπως τους την παρέδωσαν, απέναντι σε εκείνους που θα επιστρατεύσει κάποια άλλη νύχτα και πάλι η ντόπια Φτήνια που μετράει ακόμα κέρματα.

Ας αντιληφθούν το βάρος που μπορεί να αποκτήσει η ιστορικότητά τους, ακόμα και εκείνοι που χάνουν τους εαυτούς τους μέσα στη νύχτα, και ας διεκδικήσουν με αυτό το έδαφος που θέλουν, που μπορούν να πουν στα ίσα ότι δικαιούνται. Κι εγώ μαζί τους, δεν γαμιέται. Κι ας μην είμαι "ΑΕΚτζής", κι ας μην υπήρξα τέτοιος πρόσφυγας και πρόσφυγα γιος ή εγγονός. Κι ας σκέφτομαι πόσος κόσμος θα ζούσε περισσότερο σαν άνθρωπος, με περισσότερη αξιοπρέπεια, αυτές τις μέρες, με αυτά τα λεφτά - τα όσα λεφτά. Αλλά όχι "έτσι", όχι "όπως-όπως" και για κανέναν φτηνιάρη, κοράκι "επενδυτή".

Αλλά δεν θα έπρεπε - όσοι εκτός από ΑΕΚ θέλουν να είναι και κάτι παραπάνω στη ζωή τους, έστω και για χάρη της ίδιας της ΑΕΚ- το έδαφος που διεκδικουν να μετριέται μόνο σε στρέμματα, κέρματα και πολιτικές χάρες ή χρωστούμενα. Γιατί ό,τι χτίσουν πάνω του θα είναι σαθρότερο, φτηνότερο και πιο λίγο, απ' ότι θα γινόταν αν έπαιρναν την ευθύνη της πάνω τους μαζί, και όχι απέναντι, με τους υπόλοιπους της κοινωνίας τους που έμαθαν, αργά, αυτά τα τελευταία χρόνια, να διεκδικούν χώρο και χρόνο για ό,τι δίνει νόημα στη δική τους ζωή, να αντλούν ισχύ από την όποια ευθύνη φέρουν και όποια δράση αναλαμβάνουν απέναντι στην Φτήνια και τους φορείς της που τους υπόσχονται μακρινά μεγαλεία τόσα χρόνια και τους ξεφορτώνονταν ανά τετραετία. Αλλά και μ' αυτούς που κατέλαβαν χρόνια πριν τον χώρο για τον χρόνο τους, και την όποια αξιοπρέπεια και ακεραιότητα τους επιστρέφει η ατέρμονη και αδιαπραγμάτευτη διεκδίκηση της ευθύνης, της αυτονομίας και της ελευθερίας τους, μη αποδεχόμενοι πια τίποτα από αυτήν τη "γριά πουτάνα που ξυρίζει τα πόδια της" και τους φτηνιάρηδες που με "άθλιες πιάτσες τα κέφια μας ρουφούν".

Και για όσους η ΑΕΚ είναι η ζωή τους, όποια κι αν είναι αυτή, είναι η ώρα να διαχωρίσουν εαυτό από εκείνους που την πούλησαν, μαζί με την ακεραιότητά τους, για τα τριάντα αργύρια - που ποτέ δεν είναι ίδια - και οι περισσότεροι ξέρετε ποιοί είναι αυτοί και τι βάρος έχουν τα αργύρια για τον καθένα τους. Τώρα ή "κάποτε", αποφασίστε. Και εσείς, και οι υπόλοιποι του βασιλείου της διαίρεσης.

Αν είναι να χτιστεί το γήπεδο, ας γίνει άλλη μια ταφόπλακα της παλιάς, ετοιμόρροπης παράγκας τους, όχι ένα ακόμα παράπηγμά της σε γη που ανήκει πρώτα στους κατοίκους της.

02 February 2014

Αφιερωμένο στα αντικείμενα των αντικειμένων τους




   Κάθε μέρα που περνάω σε αυτόν τον κόσμο, επιβεβαιώνεται μέσα μου η εικόνα που έχω χρόνια διαμορφώσει γι' αυτούς τους γελοίους εξουσιαζόμενους εξουσιαστές, ιδίως από τον Πλάτωνα και ύστερα. Ένα τσούρμο νήπια που μετεξελίσσονται σε γελοίους εκμεταλευτές εννοιών(εκμεταλλευτές των εξουσιαστών τους δηλαδή), -με τους τιμιότερους και αποδοτικότερους εκ των οποίων να ξεκινούν εξαπατώντας πρωτίστως τον εαυτό τους(όπως ο Πλάτωνας)- οι οποίοι αντλούν ισχύ από αυτές ενώ δεν κατάφεραν ποτέ να τις κατανοήσουν παρά μόνο συγκυριακά, εμπειρικά και εν ολίγοις υποκειμενικά, ως κατάσταση, αδυνατώντας να συλλάβουν και να δεχτούν την άπειρη δυναμική τους ως τάσεις, σε ένα χωροχρονικό συνεχές που μόνο τέτοιες επιτρέπει, εγκλωβίζοντας με τη νοημοσύνη τους εκατομμύρια εκατομμυρίων μέσα στην πάντα στρεβλή, ελλιπή και περιορισμένη υποκειμενικότητά τους. Και όποιος διαφωνεί, διαφωνεί μάλλον με την πραγματικότητα.

   Με τέτοια μυαλά καταλήξαμε να ντύνουμε, εντελώς παράλογα και αυθαίρετα, γνωστικά πεδία όπως η νομική, η οικονομία, η κοινωνιολογία, η ψυχολογία και η πολιτική, με τον μανδύα της επιστήμης, και δη αυτόν των φυσικών επιστημών. Γνωστικά πεδία που μεταβάλλουν και μεταβάλλονται από το αντικείμενο που εξετάζουν, δεν είναι επιστήμες και αναδεικνύουν, αλλά και δημιουργούν, σφάλματα, στρεβλώσεις και εμμονές αν γίνονται αντιληπτά ως τέτοιες. Για να καταλήξουμε, σήμερα, να θεωρούν πολλοί και την θεολογία ως τέτοια. Μα πόσο γελοίοι μπορούμε να γίνουμε χωρίς να το αντιληφθούμε...

   Κράτα τους τυφλούς, δεσμώτη των ιδεών σου, μέσα σε "γενναία ψεύδη" και "ιδανικές πολιτείες" και βασίλευε ως μονόφθαλμος μέσα στην τεχνητή ησυχία σου. Και ποιος νοιάζεται αν δεν βλέπουμε την τύφλα μας, αν χάνουμε τον χρόνο στον οποίο θα βλέπαμε κάτι ακόμη, κάτι παραπάνω;..


   Easy mode το λέμε σήμερα, εύκολο δρόμο το αποκαλούσαν χτες, δρόμο της Κακίας κάποτε. Αν δεν καταφέρουμε να αφανίσουμε τον homo sapiens από προσώπου γης με τους ύστατους προστάτες της ησυχίας μας -το Κράτος, τη Βία και τις υπερσύχρονες μορφές των μέσων τους-, ή δεν μάθουμε να τον ορίζουμε και να τον περιορίζουμε - αυτόν και τις παλιές ιδέες του που αποκαλούμε μέσα στην ηλιθιότητα των εμμονών μας "ένστικτα"- για να δημιουργήσουμε χώρο και χρόνο για το νέο, το περισσότερο, που κάνει τον κόσμο πιο πολύπλοκο και όχι πιο περίπλοκο, θα έρθει η γενιά που θα μας θάψει εν ζωή με αυτή την ιδέα, και μόνο, ως δικαιολόγηση και αιτιολόγηση ταυτόχρονα, απαξιώνοντάς μας μαζικά.


   Άνθρωπος δεν γεννιέσαι, προσπαθείς να γίνεσαι μέχρι τέλους. Και όσο πιο δύσκολη καθιστάς αυτή την προσπάθεια, ο βιολογικός θάνατος γίνεται όλο και περισσότερο λύτρωση και όλο και λιγότερο καταδίκη. Και άνθρωπος για μένα, πλέον, δεν μπορεί να είναι απλά όποιο ον μοιάζει με άνθρωπο, αλλά εκείνο που τείνει να είναι περισσότερο υποκείμενο, παρά αντικείμενο των αντικειμένων που ορίζει γύρω του και των ορισμών που τους δίνει. Εκείνο που στέκεται διαρκώς μπροστά στον ατελείωτο δρόμο προς την ελευθερία, που δεν είναι επ' ουδενί η απρόσκοπτη, ανεμπόδιστη και "ασφαλής" ανάλωσή του στο εκάστωτε πεπερασμένο επιτρεπτό φαντασιακό και την εικονική πραγματικότητα που προκύπτει, όπως κατέληξε να είναι σήμερα ο καπιταλισμός και η ολοκληρωτική μορφή που προσπαθεί μάταια να πάρει. Ως άνθρωπο ορίζω προσωπικά το ον που προσπαθεί ειλικρινά να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα για να διευρύνει την αντίληψή του για αυτή προκειμένου να συλλάβει όσο το δυνατόν περισσότερες πιθανές μορφές της μέσα από την διερεύνηση του ιδεατού, που τροφοδοτεί και τροφοδοτείται, εξελίσσει και εξελίσσεται, διευρύνει και διευρύνεται από την υποκειμενικότητα. Διότι η αντίληψη της πραγματικότητας θα παραμένει πάντα υποσύνολό της, το οποίο αν αφαιρεθεί θα μειώσει το σύνολο και αν διευρυνθεί αυξάνει τις πιθανότητες να το αυξήσει.

   Και κάθε ον μπορεί να γίνει ο,τιδήποτε μπορεί να γίνει, αλλά ποτέ όλα όσα μπορεί να γίνει, μπορεί να ακολουθήσει οποιονδήποτε γνωστό υπαρκτό τρόπο, αλλά ποτέ με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο βαθμό με τα υπόλοιπα. Υποκείμενο, δε, γίνεται μόνο τη στιγμή που επιλέγει συνειδητά να μην γίνει αντικείμενο, να μην σκεφτεί και να μην πράξει αναλόγως, ως ένας ακόμα παράγοντας του αιτιατού, αλλά να διεκδικήσει, να ανακτήσει και να δημιουργήσει τον απαραίτητο χώρο και χρόνο για την αναζήτηση και την πραγμάτωση της διαφοροποίησης τόσο αυτού, όσο και του Άλλου, εξουσιάζοντας αυτά που τον εξουσιάζουν και διαμορφώνοντας πιο ελεύθερα την μορφή της ύπαρξής του.

31 January 2014

Ραδιενεργό απόβλητο λογικής #3

Η ιδανικότερη κοινωνία που μπορώ, μέχρι στιγμής, να ορίσω, είναι εκείνη που δημιουργεί άτομα που μπορούν να ορίζουν και να ακολουθούν πιο εύκολα τον πιο δύσκολο δρόμο.